Δήμος Νωνακρίδας – Χελμός – Μαυρονέρι - ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΚΟΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΔΙΨΩ

Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:

Δήμος Νωνακρίδας – Χελμός – Μαυρονέρι

Πολιτισμός > Λαογραφία-Παράδοση
Εγκαταλείποντας το δήμο Φελλόης και προχωρώντας στο δήμο Νωνακρίδας οι σκέψεις μας μένουν εκεί στα δύο απομακρυσμένα κι απομονωμένα χωριά, στην Αράχοβα και στη Βελλά που πρόσφεραν τόσους μεγάλους άνδρες στην πολιτεία και στην Εκκλησία. Και με τις σκέψεις αυτές ήδη έχουμε φτάσει στο Αγρίδι, που είχε κάποτε 165 κατοίκους, χτισμένο στην ανατολική όχθη του Κράθη, του οποίου οι πηγές ξεκινάνε απ’ το Χελμό και συγκεκριμένα απ’ τα ύδατα της Στυγός.
Στην περιοχή του χωριού είναι και η θέση Πόρτες, όπου ο Νικόλαος Σουλιώτης πρώτος φόνευσε Τούρκους στις 16 Μαρτίου του 1821. Τούτο το μικρό χωριό του τέως δήμου Νωνακρίδας υπήρχε πριν από το 1640 μ.Χ.
Το επόμενο χωριό που συναντήσαμε είναι τα Χαλκιάνικα με 65 μόνο κατοίκους. Είναι κι αυτό χτισμένο στην ανατολική όχθη του ποταμού και στη συνέχεια πάλι στην ίδια πλευρά βρήκαμε την Αγία Βαρβάρα, πρωτεύουσα του δήμου, με 461 κατοίκους το 1906. Απ’ τη δυτική όχθη συναντήσαμε την Περιστέρα με 259 κατοίκους. Λόγω του ορεινού εδάφους οι κάτοικοί του κατέβηκαν στον Αλισσό, στα Σαγέικα και στις Καμάρες.
Τα επόμενα δυο χωριουδάκια είναι το Άνω και Κάτω Μεσορρούγι με 173 κατοίκους. Απ’ εδώ φαίνονται τα βράχια της Στυγός και πάνω πιο ψηλά η Νεραϊδοράχη στέκεται περήφανη.
Ανάμεσα σε δυο παραπόταμους του Κράθη, του οποίου ο ένας ονομάζεται ποταμός της Στυγός, γιατί ξεκινάει απ’ τις πηγές της, είναι χτισμένα τα Γουναριάνικα και ο Σόλος με 102 κατοίκους, απ’ τους οποίους οι περισσότεροι έχουν μόνιμα πλέον κατοικήσει στην Κουλούρα Αιγίου. Οι δε κάτοικοι απ’ τα Γουναριάνικα έχουν εγκατασταθεί στο σημερινό Άγιο Βασίλειο των Πατρών, όπου παλαιότερα ονομαζόταν Γουναριάνικα.
Το τελευταίο χωριό είναι η Ζαρούχλα που είναι χτισμένη σε υψόμετρο 1019 μ. κι είχε κάποτε 548 κατοίκους. Χωρίζεται σε δυο συνοικίες, σε μια πραγματικά ρομαντική θέση με μεγάλο εθνικό δάσος και άφθονα νερά, που το καλοκαίρι είναι δροσόλουστη.




Οι κάτοικοί της έχουν κατέβει στα Μποζαΐτικα και τα Ζαρουχλέικα Πατρών καθώς και στα Βερναδέικα. Και τώρα βρισκόμαστε απέναντι απ’ το Χελμό με ύψος 2.355 μ. Θαυμάζουμε τούτο το βουνό με την εξαίσια θέα, τις πολλές παραδόσεις και μύθους σωσμένους απ’ την αρχαιότητα. Και τώρα δίνουμε τώρα δίνουμε τη διήγηση - ανιστόρηση στον
Παυσανία, ο οποίος στα «Αρκαδικά» του γράφει:
«Εις το δυτικόν μέρος της πόλεως Φενεού ανοίγονται δυο δρόμοι, ο προς τα αριστερά πηγαίνει εις την πόλιν του Κλείτορα και ο προς τα δεξιά πηγαίνει εις την Νώνακριν και τα ύδατα της Στυγός.
Παλαιότερον η Νώνακρις ήτο Αρκαδική κωμόπολις, ονομασθείσα ούτω από το όνομα της συζύγου του Λυκάονος˙ σήμερον είναι μόνον ερείπια και μάλιστα πολύ ολίγα. Όχι μακράν των ερειπίων είναι ένας υψηλός απότομος κρημνός, όμοιον του οποίου κατά το ύψος δε γνωρίζω άλλον˙ από τον κρημνόν τούτον στάζει ύδωρ, το οποίον οι Έλληνες ονομάζουν ύδωρ της Στυγός. Διά την Στύγα γράφει ο Ησίοδος εις την «Θεογονίαν» του – διότι μερικοί αποδίδουν το ποίημα «Θεογονία» εις τον Ησίοδον – ότι ήτο θυγάτηρ του Ωκεανού και σύζυγος του Πάλλαντος. Παρόμοια με αυτά, λέγουν, έχει γράψει και ο Λίνος – από την έρευνάν μου επείσθην ότι αυτά είναι ψευδή.
Ο Κρης Επιμενίδης έγραψε και αυτός ότι η Στύγα ήτο κόρη του Ωκεανού, αλλά ότι δεν ήτο σύζυγος του Πάλλαντος, αλλά κάποιου Πείραντος με τον οποίον εγέννησεν την Έχιδναν. Το όνομα της Στυγός το εισήγαγεν εις την ποίησιν, κυρίως, ο Όμηρος. Εις τον όρκον της Ήρας γράφει: «Γι’ αυτό ας είναι μάρτυρες η γη και ο πλατύς ουρανός και το νερό της Στυγός που στάζει από το βράχο». Αυτά γράφει εις τους στίχους του, ως να έβλεπε το νερό της Στυγός να στάζει˙ αλλά και εις τον κατάλογον, γράφων περί του Γουνέως και των συντρόφων του αναφέρει ότι το ύδωρ του ποταμού Τιταρησίου προέρχεται από τη Στύγα. Έγραψεν ακόμη ότι και εις τον Άδην υπάρχει τοιούτον ύδωρ και ότι η Αθηνά λέγει εις τον Δία ότι δεν ενθυμείται ότι διά μέσου αυτής έσωζε τον Ηρακλή από τους επιβληθέντας υπό του Ευρυσθέως άθλους: «Αν εγώ τα ήξερα όλα αυτά, αν τα είχα μέσα στο δυνατό μυαλό μου, τότε που τον έστειλε κάτω στον κλειδομανταλωμένο Άδη να φέρει από το σκοτάδι το σκυλί του μισητού Άδη, δεν θα εγλύτωνε από το ορμητικό ποτάμι της Στυγός».
Το ύδωρ το οποίον στάζει από τον παρά την Νωνάκριδα βράχον, πίπτει κατά πρώτον εντός υψηλού βράχου και εξερχόμενον εξ αυτού χύνεται εις τον Κράθιν ποταμόν.
Το ύδωρ τούτο επιφέρει τον θάνατον και εις τον άνθρωπον και εις παν άλλο ζώον. Λέγεται ότι κάποτε εψόφησαν απ’ αυτό και αι αίγες αι οποίαι διά πρώτην φοράν έπιον˙ αργότερον ανεκαλύφθη και κάποια άλλη αξιοθαύμαστος ιδιότης του. Τα αντικείμενα εξ υάλου ή κρυστάλλου ή πορσελάνης ή οιουδήποτε άλλου λίθου χρησιμοποιουμένου υπό του ανθρώπου, καθώς και τα κεράμινα σκεύη, όλα αυτά σπάζουν από τα ύδατα της Στυγός˙ τα κατασκευασμένα από κέρατα ή οστά ή σίδερον ή χαλκόν ή μόλυβδον ή κασσίτερον ή άργυρον ή ήλεκτρον όλα αυτά σαπίζουν απ’ αυτό το νερό.
Το ίδιον πάσχει κι ο χρυσός, όπως και όλα τα άλλα μέταλλα˙ ο χρυσός όμως καθαρίζει με το δηλητήριον, όπως λέγει η Λεσβία ποιήτρια και φανερώνει άλλως τε και ο ίδιος ο χρυσός. Ο Θεός όμως έδωκε το προνόμιον εις τα πάρα πολύ περιφρονημένα πράγματα να νικούν τα πάρα πολύ δοξασμένα.
Έτσι λόγου χάριν τα μαργαριτάρια καταστρέφονται από το ξίδι, ο αδάμας, ο οποίος είναι ο ισχυρότερος των πολυτίμων λίθων, λιώνει από το αίμα του τράγου˙ και το ύδωρ της Στυγός λοιπόν δεν δύναται να βλάψει καθόλου μόνον το νύχι αλόγου, και αν τοποθετηθή εντός αυτού συγκρατείται εκεί και δεν καταστρέφεται το νύχι. Δεν γνωρίζω αν πραγματικώς ο Αλέξανδρος του Φιλίππου απέθανεν εξ αιτίας αυτού του δηλητηρίου, γνωρίζω όμως ότι λέγεται τοιούτον τι».
Και ο μεν Παυσανίας επαναφέρει απ’ εδώ τη διήγηση στους Λουσούς και τους Κυναιθαείς, εμείς δε καμαρώνουμε τούτα που τα μάτια μας θαυμάζουν εδώ απέναντι στο Χελμό.
Τα ύδατα της Στυγός ξεπετιώνται από δυο πηγές και ξεκινώντας απ’ τις χιονισμένες κορυφές του Χελμού γκρεμίζονται σε μια χαράδρα, που λόγω του ύψους , φτάνουν κάτω σε λεπτότατα σταγονίδια, σα βροχή.
Όπως αναφέρει κι ο Παυσανίας, η μυθολογία των αρχαίων Ελλήνων έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί με τούτα τα νερά που πέφτοντας απ’ τα θεόρατα ύψη μοιάζουν με δισεκατομμύρια διαμάντια σαν τα χτυπούν οι ακτίνες του ήλιου. Η Στύγα, λοιπόν, ήταν η πελώρια κόρη του Ωκεανού και στ΄ όνομά της ορκίζονταν οι θεοί του Ολύμπου, όπως οι άνθρωποι στο όνομα εκείνων.
Το «ύδωρ της Στυγός» ήταν το νερό των αθανάτων, το «αθάνατο νερό», όπως κατέληξε να το λένε οι ντόπιοι ή το «μαυρονέρι», λόγω του μαύρου χρώματός του στα βάθη της χαράδρας.
Τούτο το νερό που βλέπουμε σήμερα μπροστά μας να πέφτει σα βροχή απ’ τα πανύψηλα και απόκρημνα καταράχια του Χελμού ήταν πάντα, όπως πίστευαν εκείνοι, νερό καταστροφής και κατάρα έπεφτε πάνω στο θεό που ψευδορκούσε. Δηλαδή, έναν ολόκληρο χρόνο έμενε χωρίς πνοή και άλλα εννέα χρόνια εξόριστος από τον Όλυμπο, χωρίς νέκταρ και αμβροσία, μακριά απ’ την παρέα των θεών και τα συμπόσιά τους.
Στο ύδωρ της Στυγός, η Θέτις, η μητέρα του μυθικού Αχιλλέα, τον Βύθισε μόλις γεννήθηκε, για να τον κάμει άτρωτο, να μην τον περνούν τα βέλη. Βυθίζοντάς τον όμως τον κρατούσε από τη φτέρνα κι έτσι – επειδή δεν μπορούσε να τη βυθίσει κι αυτή, γιατί θα διαλυόταν και το χέρι που την κρατούσε – η φτέρνα του Αχιλλέα έμεινε το μόνο τρωτό του σημείο, η περίφημος «Αχίλλειος πτέρνα».
Σ’ αυτήν τον πέτυχε το βέλος του Πάρη έξω απ’ τα τείχη της Τροίας στον Τρωικό πόλεμο και τον σκότωσε. Ο ίδιος ο Αχιλλέας δεν μπορούσε να «διαλυθεί» στο θεϊκό νερό, γιατί ήταν γιος του Θεού, του Δία.
Τούτη η περιοχή του Χελμού, που θαυμάζουμε αυτό το μαγιάτικο απόγευμα, το Μαυρονέρι (Ύδατα της Στυγός) και οι γύρω γκρεμοί, είναι ο χώρος όπου ο λυρικός πεζογράφος Περεσιάδης, που καταγόταν απ’ τα Κλουκινοχώρια (χωριά πίσω απ’ το Χελμό, ανατολικά προς το νομό Κορινθίας), τοποθέτησε το γνωστό έμμετρο θεατρικό του έργο «Η Γκόλφω». Ένα έργο που χρόνια ολόκληρα, αθάνατο κι αυτό σαν το αθάνατο νερό, παιζόταν και παίζεται ακόμα στο θέατρο συγκινώντας με τις δραματικές του σκηνές γενεές ολόκληρες Ελλήνων.
Δεν περιορίστηκαν όμως ως εδώ οι παραδόσεις των προγόνων μας, αλλά έφεραν εδώ ψηλά στο Χελμό και το Μέγα Αλέξανδρο με τις αδερφάδες του, για τους οποίους λένε: «Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος εκυρίευσεν ούλον τον κόσμο, επήγε κι εκεί που βγαίνει το αθάνατο νερό και εγιόμισε δυο λαΐνες για να λουστεί και να γίνει αθάνατος. Όντας τις έφερε στο σπίτι ένας αξιωματικός που του είχε γινάτι λέει στις αδερφάδες του το μυστικό και τις ορμηνεύει να λουστούν και να πιουν εκείνες και να βάλουν άλλο νερό στις λαΐνες. Εκείνες αμέσως πήραν το νερό και ήπιαν και ελουστήκανε και εχύσανε τα απολούσματα στο δρόμο. Εκεί έτυχε μια κότα και ένας μπότσικας (μποτσίκι) και βραχήκανε με το αθάνατο νερό˙ και για τούτο η κότα ξαναμουτεύει κάθε χρόνο και γίνεται πάλι νέα και ο μπότσικας δεν ξεραίνεται και αν ξεριζωθεί και κρεμαστεί στον αγέρα. Οι αδερφάδες του Μεγάλου Αλεξάνδρου άμα ήπιανε το αθάνατο νερό κι ελουστήκανε με δαύτο, εσηκωθήκανε στον αγέρα, ήγουν έγιναν αερικές και από τότες είναι οι Νεράιδες. Εκείνες κάθε χρόνο παίρνουνε από τα χωριά κορίτσια σημειωμένα, δηλαδή καμιά κουτσή ή καμιά κουλή και τις κάνουνε Νεράιδες να τις δουλεύουνε κι έτσι έχουνε οι Νεράιδες φουσάτα μεγάλα˙ και κάθουνται μέσα στα λαγκάδια και στους βράχους. Οι καθαυτό Νεράιδες, οι αδερφάδες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, δεν πειράζουν κανέναν, αλλά οι σημειωμένες, οι δούλες τους, πειράζουν και παίρνουν ανθρώπους. Όντας περάσει κανένας μεσημέρι ή μεσάνυχτα από το μέρος που βρίσκονται τον παίρνουνε οι Νεράιδες και τον βαρούνε και τον γκρεμίζουνε και του κάνουν χίλια κακά. Άμα όμως νοήσει και φωνάξει: «Ζει Αλέξανδρος ο βασιλιάς, ζει και βασιλεύει!» τότες αμέσως τρέχουνε οι αδερφάδες του και τον γλιτώνουνε.
Όποιος είναι αλαφροΐσκιωτος τις βλέπει, αλλιώς τον κρούνε χωρίς να βλέπει τίποτας. Πολλές φορές παίρνουν βοσκοπούλες από τα χωριά και τις κρύβουν σε διάφορα μέρη και τις κάνουν αόρατες˙ έτσι αυτές βλέπουν όσους έρχονται και τις γυρεύουν, ενώ εκείνοι δεν τις βλέπουν. Όντας δεν τις χρειάζονται πλιο, τις απολούνε και κείνες, όντας γυρίζουν, τα μολογάνε ούλα, πώς έβλεπαν τους συγγενείς τους, που περνούσαν από κοντά τους και πως το ψωμί που τους έδιναν οι Νεράιδες ήταν ξερό και κατάμαυρο».
Τέλος, κοντά στη Νεραϊδοράχη έπεσαν και συνετρίβησαν το Γενάρη του 1965 και το Γενάρη του 1966 δυο αμερικάνικα αεροπλάνα, που η καταστροφή τους συγκλόνισε τον κόσμο.
Είναι ήδη απόγευμα και οι δείχτες του ρολογιού μάς δείχνουν πέντε το απόγευμα. Οπότε πήραμε το δρόμο για την πόλη των Κυναιθών, τα σημερινά Καλάβρυτα. Για τη λειτουργία ενός καταπληκτικού χιονοδρομικού κέντρου στο Χελμό Καλαβρύτων να τι γράφει εφημερίδα της εποχής:
Στη μνήμη μας σαν κινηματογραφική ταινία περνάνε όλες οι διηγήσεις της μυθολογίας μας για το Χελμό, που σήμερα θαυμάσαμε από κοντά περιγράφοντας κατά το εφικτό τα μεγαλεία με τα οποία τον προίκισε ο Δημιουργός του πλανήτη μας.









 
Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού