28 Φεβρουαρίου, 2021

Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων ΔΙΨΩ

Μακάριοι οι διψώντες και οι πεινώντες την δικαιοσύνην,ότι αυτοί χορτασθήσονται

«ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ»

Ἐπιμέλεια Σάββας Ἠλιάδης, δάσκαλος

Γιὰ νὰ εἴμαστε εἰλικρινεῖς, ἡ καθημερινότητα τῶν καιρῶν μας, μὲ τὰ καταπληκτικὰ καὶ ἐν πολλοῖς προκλητικὰ γεγονότα ποὺ τὴν «διανθίζουν», εἶναι πολὺ ἑλκυστική, ἀφοῦ μᾶς προσφέρεται ἄμεσα ἀπὸ τὰ μέσα πληροφόρησης τοῦ κόσμου καὶ μᾶς τραβᾶ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν προσοχή. Καὶ ἐνῶ διαθέτουμε καιρὸ γιὰ παρακολούθηση καὶ μελέτη μύριων ὅσων καὶ προφανῶς ἐν πολλοῖς ἀνώφελων πραγμάτων, ἀμελοῦμε στὴν προσευχή, στὴν μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ γενικότερα στὸν πνευματικὸ ἀγώνα.

Γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Γι` αὐτὸ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς μάτια καὶ στόμα καὶ αὐτιά. Γιὰ νὰ ἐργάζονται ὅλα αὐτὰ τὰ μέλη τοῦ σώματος πρὸς χάριν…τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του. Γιὰ νὰ κάνουμε πράξη τὶς ἐντολές του. Γιὰ νὰ ψάλλουμε σ` Αὐτὸν ἀσταμάτητα ὕμνους. Γιὰ νὰ τοῦ ἀναπέμπουμε εὐχαριστίες. Καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ νὰ καθαρίζουμε τὴν συνείδησή μας. Διότι, ὅπως τὸ σῶμα, ὅταν ἀναπνέει καθαρὸ ἀέρα, θὰ γίνει πιὸ ὑγιές, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ θὰ φιλοσοφεῖ καλύτερα τὰ πράγματα, ὅταν ἀνατρέφεται μὲ τέτοιες συνήθειες». (Β΄ Ὁμιλ. εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον).

Στὴν Α΄ πρὸς Κορινθίους ἐπιστολὴ (κεφ. 11, στίχ. 12), διαβάζουμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «ὥσπερ γὰρ ἡ γυνὴ ἐκ τοῦ ἀνδρός, οὕτω καὶ ὁ ἀνὴρ διὰ τῆς γυναικός, τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ». Δηλαδή: Ὅπως ἡ γυναίκα προῆλθε ἀπὸ τὸν ἄνδρα κατὰ τὴν δημιουργία, («οὐ γάρ ἐστιν ἀνὴρ ἐκ γυναικός, ἀλλὰ γυνὴ ἐξ ἀνδρός»(Α΄ Κορ. 11, 8) ἔτσι ἀπὸ τότε καὶ ὁ ἄνδρας γεννιέται διὰ μέσου τῆς γυναίκας, ὅλα δὲ τὰ κτίσματα καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ὁ ἄνδρας ἔχουν τὴν ὕπαρξή τους στὸν Θεό.

     Ἀρχικά, σ` αὐτὸν τὸν στίχο, ἐπισημαίνει ὁ Ζιγαβηνός: «οὐκ εἶπεν (ὁ ἀνὴρ) ἐκ τῆς γυναικὸς» ἀλλὰ εἶπε «διὰ τῆς γυναικὸς» καὶ ὁ ἅγιος Θεοφύλακτος Βουλγαρίας συνεχίζει: «ἡ γυνὴ διάκονός ἐστι τῇ γεννήσει τοῦ ἀνθρώπου… Ἐκ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, διὰ τῆς γυναικός, ὡς διακόνου γενομένης πρὸς τὴν γέννησιν. Ἐπὶ δὲ τοῦ Κυρίου ὁ Παῦλος οὒχ οὕτως εἴπεν· ἀλλὰ γενόμενον ἐκ γυναικός». (Γαλ. 4, 4). Δηλαδή: «ἡ γυναίκα εἶναι διάκονος στὴ γέννηση τοῦ ἀνθρώπου… Ἀπὸ τὸν πατέρα του γεννιέται ὁ ἄνδρας, μὲ τὴν βοήθεια, τὴν συμμετοχὴ τῆς γυναίκας ὡς διακόνισσας στὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως. Ἀλλὰ γιὰ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὁ Παῦλος δὲν μίλησε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο·  ἀλλὰ εἶπε ὅτι γεννήθηκε ἀπὸ τὴν γυναίκα». Ὁ ἄνδρας εἶναι ἡ κύρια αἰτία τῆς συλλήψεως καὶ ἡ γυναίκα τὸ ὀργανικὸ αἴτιο.

     «τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ»: Ὅλα τὰ κτίσματα καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ὁ ἄνδρας, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ ἐπαίρεται καὶ νὰ καταχρᾶται τὴν ὑπεροχὴ αὐτή, ἔχουν τὴν ἀρχή τους καὶ τὴν ὕπαρξή τους ἀπὸ τὸν Θεό, «ὃς ἐστι πρῶτον αἴτιον, ὡς δημιουργός τῆς φύσεως», κατὰ τὸν Ζιγαβηνὸ πάλι.

     Ὁ δὲ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης συνοψίζει: «Ἡ μὲν γυναίκα, λέγει, ἔγινε ἐκ τοῦ ἀνδρός. Διότι συνεχίζεται αὐτὸ τὸ προνόμιο ἀκέραιο στὸν ἄνδρα, τὸ νὰ εἶναι δηλαδὴ ἀπὸ αὐτὸν ἡ γυναίκα. Ὁ δὲ ἄνδρας γεννιέται διὰ τῆς γυναικός, δηλαδή, ἡ γυναίκα ὑπηρετεῖ μὲν στὴν γέννηση τοῦ ἀνδρός, ἡ περισσότερη ὅμως ἐνέργεια εἶναι τοῦ σπέρματος τοῦ ἀνδρός. Ὥστε δὲν λέγεται ὅτι ὁ ἄνδρας γεννιέται κυρίως ἀπὸ τὴν γυναίκα καὶ μητέρα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἄνδρα καὶ πατέρα, διὰ μέσου τῆς γυναίκας καὶ μητέρας, ἡ ὁποία γίνεται διάκονος καὶ ὄργανο στὴν γέννησή του».

     Καὶ συνεχίζει ὁ Ἅγιος: «Στὴν περίπτωση τοῦ Κυρίου ὅμως ὁ Παῦλος δὲν εἶπε γενόμενον διὰ γυναικός, ἀλλὰ «γενόμενον ἐκ γυναικὸς» (Γαλ. 4, 4). Διότι δίστασε νὰ μεταχειριστεῖ τὴν πρόθεση διά, γιὰ νὰ μὴν δώσει ἀφορμὴ στοὺς αἱρετικοὺς νὰ λένε ὅτι ὁ Κύριος διαπέρασε ἀπὸ τὴν Παρθένο, σὰν ἀπὸ σωληνάρι. Τὸ εἶπε δὲ αὐτὸ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο, διότι ὁ Χριστὸς ἦταν καρπὸς μόνο τῆς κοιλιᾶς τῆς Παρθένου, χωρὶς σπέρμα ἀνδρός».

Ἂν πᾶμε σὲ ἕνα καὶ μόνο σημεῖο τῆς ὑμνολογίας μας, στὰ δοξαστικά τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Γ΄ Ἦχου, ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀλήθεια αὐτή, καθὼς διαβάζουμε: «… πείραν γὰρ ἀνδρὸς μὴ δεξαμένη Πανάμωμε,  ἔτεκες ἀπάτορα Υἱὸν ἐν σαρκί, τὸν πρὸ αἰώνων ἐκ Πατρός γεννηθέντα ἀμήτορα, μηδαμῶς ὑπομείναντα τροπήν, ἢ φυρμόν, ἢ διαίρεσιν, ἀλλ’ ἑκατέρας οὐσίας τὴν ἰδιότητα, σώαν φυλάξαντα…» καί «Ἀσπόρως ἐκ θείου Πνεύματος, βουλήσει δὲ Πατρός, συνείληφας Υἱὸν τὸν τοῦ Θεοῦ, ἐκ Πατρὸς ἀμήτορα, πρὸ τῶν αἰώνων ὑπάρχοντα, δι’ ἡμᾶς δὲ ἐκ σοῦ ἀπάτορα γεγονότα, σαρκὶ ἀπεκύησας…».

     «τὰ δὲ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ»: Συνεχίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος: Δὲν εἶναι, λέει τὸ κατόρθωμα αὐτὸ τοῦ ἀνδρός, δηλαδή, τὸ νὰ γεννᾶ αὐτὸς ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι τοῦ Θεοῦ, ποὺ ζωογονεῖ τὸ σπέρμα του. Ἀφοῦ λοιπόν, ὅλα γίνονται μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ δὲ Θεὸς νομοθέτησε τὰ περὶ τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικών, γι` αὐτὸ κι ἐσύ, χριστιανὲ καὶ χριστιανή, νὰ μὴν ἀντιλέγεις στὴν νομοθεσία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ ὑπακοῦς σ` αὐτήν.

     Ἂς δοῦμε ὅμως καὶ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή: «ὅτε δέ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν  ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον* ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλ. 4, 4-5).

Ἑρμηνεύει ὁ Οἰκουμένιος: «Δὲν εἶπε διὰ γυναικὸς … ἀλλὰ ἐκ γυναικός, θέλοντας νὰ δείξει ὅτι ὁ Κύριος πῆρε τὸ σῶμα ἐκ τῆς φύσεως, ἐκ τῆς οὐσίας αὐτῆς, καὶ ἔγινε καρπὸς τῆς κοιλίας της». Ὁ δὲ Εὐσέβιος Ἐμέσης: «Ἐπειδὴ ἡ γυναίκα (ἡ Εὕα) προξένησε τὴν ἁμαρτία, ἔπρεπε ὁ Σωτήρας νὰ προέλθει ἐκ γυναικός».

     Ὁ Ἅγιος Νικόδημος γράφει: «…ὅταν ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔφτασε στὸ ἔπακρο κάθε εἴδους ἁμαρτίας, χρειαζόταν θεραπεία, καὶ αὐτὸ δηλώνει «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἐξαπέστειλε ὁ Θεὸς τὸν Υἱό του, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε ὄχι διὰ γυναικός, γιὰ νὰ μὴν βροῦν αἰτία οἱ αἱρετικοὶ Οὐαλεντινιανοί, νὰ λένε ὅτι ὁ Κύριος διαπέρασε ἀπὸ τὴν Παρθένο σὰν μέσα ἀπὸ σωληνάρι, δηλαδὴ κατὰ φαντασία καὶ δὲν ἔγινε ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶπε ἐκ γυναικός, δηλαδή, πῆρε σῶμα ἀπὸ τὴν οὐσία καὶ τὰ παναγνὰ αἵματα τῆς Παρθένου καὶ ἔγινε καρπὸς τῆς δικῆς της κοιλίας».

     Παραπέμπει δὲ ἐδῶ μὲ ὑποσημείωση καὶ στὴν ἑρμηνεία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ὅτι ὁ ἀπόστολος προτίμησε τὴν πιὸ ἀντιπροσωπευτική, ἀκριβή καὶ ἐκφραστικὴ πρόθεση, δηλαδὴ τὴν πρόθεση -ἐκ- καὶ ὄχι τὴν -διά- , λέγοντας «ἐκ γυναικός». Διότι ἡ μὲν φράση διὰ τῆς γυναικός, μποροῦσε νὰ ἀφήνει ὥστε νὰ ἐννοεῖται τὸ σύνηθες καὶ κατὰ φύσιν τῆς γεννήσεως, ἡ δὲ ἐκ τῆς γυναικὸς ὑπαινίσσεται ἐπαρκῶς τὴν κοινωνία, τὴν σχέση τῆς φύσεως τοῦ τικτομένου πρὸς τὴν τεκοῦσα». (Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κεφ. ε΄).

     Συνεχίζει δὲ καὶ  μὲ τὸν ἅγιο Ἐφραὶμ τὸν Σύρο, ὁ ὁποῖος γράφει γιὰ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε ὁ ἄγγελος πρὸς τὴν Θεοτόκο: «διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ» (Λουκ. 1, 35). «Αὐτὸ τὸ ρητό, λέγει, ὁ ἅγιος Ἐφραὶμ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι γραμμένο ἔτσι: «διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ», σύμφωνα καὶ μὲ αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ Παῦλος, γενόμενον ἐκ γυναικός». Ὥστε, κατ` αὐτὸν τὸν ἅγιο, ἀναγκαστικῶς πρέπει νὰ προστεθεῖ τὸ «ἐκ σοῦ» στὸ ἀνωτέρω εὐαγγελικὸ χωρίο.

*Γιὰ τὰ ρήματα «γίγνομαι» καὶ «γεννῶμαι» σχολιάζει τὶς ἀπόψεις τοῦ ἁγίου Φωτίου, ὁ ὁποῖος λέει πὼς πρέπει νὰ γράφεται μὲ ἕνα -ν-, ὡς ἅπαξ γεννηθεῖς ὁ Χριστὸς ἐκ τῆς Παρθένου, καθὼς τὸ «γεννώμενον» ἔχει ἔννοια καὶ Ἐνεστώτα καὶ Παρατατικοῦ. Ὅμως δὲν ἐπιμένει σ` αὐτό, διότι ὑπάρχει γραμμένο καὶ μὲ τὸν ἕτερο τύπο.

Σάββας Ἠλιάδης

Δάσκαλος

Κιλκίς, 18-2-2021

1). Π. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τὰς Ἐπιστολᾶς (Τόμοι Α΄, Β΄) 

2). Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Ἑρμηνεία εἰς τὰς ΙΔ΄ Ἐπιστολᾶς  τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Τόμοι Α΄, Β΄). 

3). Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλίες εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, (ΕΠΕ, «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ», Τόμος 9ος)  

4). ΠΑΡΑΚΛΗΤΙΚΗ, (Μέγας Ἑσπερινὸς Κυριακῆς Ἦχος Γ΄)