18 Σεπτεμβρίου, 2021

Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων ΔΙΨΩ

Μακάριοι οι διψώντες και οι πεινώντες την δικαιοσύνην,ότι αυτοί χορτασθήσονται

Οἱ Ἅγιοι Θεοπάτορες Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα (9 Σεπτεμβρίου †)

Οἱ Ἅγιοι Θεοπάτορες Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα (9 Σεπτεμβρίου †)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ Σημαντικὴ τιμητικὴ θέση στὸ ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μᾶς κατέχουν οἱ ἅγιοι Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα, ὁ προπάτορας καὶ ἡ προμήτορα τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σὲ κάθε σχεδὸν ἱερὴ ἀκολουθία γίνεται ξεχωριστὴ ἀναφορὰ στὰ σεπτά τους πρόσωπα, ἐπιζητώντας οἱ λειτουργοὶ τὶς πρεσβεῖες τους στὸν Θεό. Εἶναι οἱ γονεῖς τῆς Θεομήτορος, οἱ ὁποῖοι ἀξιώθηκαν νὰ γεννήσουν τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ τὸ σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.Οἱ πληροφορίες μας γι’ αὐτοὺς προέρχεται ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοση, καθότι δὲν ἀναφέρει τίποτε ἡ Καινὴ Διαθήκη. Ὅμως γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους ἡ Ἱερὰ Παράδοση εἶναι τὸ ἴδιο ἔγκυρη καὶ ἀξιόπιστη μὲ τὴν Ἁγία Γραφή, διότι ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας μας διέσωσε μὲ σεβασμὸ ὅ,τί δὲν καταγράφηκε ἀπὸ τοὺς… Ἱεροὺς Συγγραφεῖς στὰ καινοδιαθηκικὰ κείμενα. Φρόντισαν οἱ ἀρχαῖοι Πατέρες καὶ ὁ πιστὸς λαός, νὰ διασώσουν, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ τὴν ἄγραφη παράδοση σχετικὰ μὲ τοὺς κατὰ σάρκα παπποὺ καὶ γιαγιὰ τοῦ Κυρίου μας. Μέρος αὐτῆς τῆς παράδοσης ἔχει καταγραφεῖ στὴ λεγόμενη «ἀπόκρυφη γραμματεία» τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας. Εἰδικὰ γιὰ τὸν προπάτορα καὶ προμήτορα τοῦ Κυρίου κάνει ἐκτενῆ λόγο τὸ λεγόμενο ἀπόκρυφο «Πρωτοευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου». 
Ὁ Ἰωακεὶμ καταγόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, τοῦ γιοῦ τοῦ Ἰακώβ, ἦταν γιὸς τοῦ Ἐλιακεὶμ καὶ ἀπόγονός του ἔνδοξου βασιλιᾶ Δαβίδ. Τὸ ὄνομά του σημαίνει στὰ ἑβραϊκὰ «ὁ ἀνυψωθεῖς ἀπὸ τὸ Θεό». Ἰδιώτευε καὶ κατοικοῦσε στὴν Ἱερουσαλὴμ σὲ δική του πολυτελῆ ἔπαυλη, κοντὰ στὴ δεξαμενὴ Βηθεσδά. Νυμφεύτηκε τὴν Ἄννα, θυγατέρα τοῦ Ματθᾶν ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Λευὶ καὶ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα. Τὸ ὄνομά της σημαίνει στὰ ἑβραϊκὰ «χάρις, εὔνοια». Εἶχε δύο ἀδελφές, τὴ Μαρία, μητέρα τῆς Σαλώμης καὶ τὴν Σοβῆ, μητέρα τῆς Ἐλισάβετ, ἡ ὁποία γέννησε τὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο. Ἀνῆκαν καὶ οἱ δύο στὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα, ἀπὸ τὴν ὁποία, σύμφωνα μὲ τοὺς προφῆτες θὰ προερχόταν ὁ Μεσσίας. Ἀνῆκαν ἐπίσης ἀμφότεροι στὴ μικρὴ μερίδα τῶν εὐσεβῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι περίμεναν μὲ ἀδημονία καὶ πίστη τὴν ἔλευσή του καὶ εὔχονταν νὰ κατάγεται ἀπὸ τὴ γενιά τους. Ζοῦσαν ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα προσευχόμενοι, νηστεύοντας καὶ κάνοντας ἔργα φιλανθρωπίας. Εἶχαν τὴν πεποίθηση ὅτι ὁ καιρὸς τῆς ἐλεύσεως τοῦ ἦταν κοντά. Τοὺς στεναχωροῦσε ὅμως ἀφάνταστα τὸ γεγονὸς ὅτι ἦταν ἄκληροι καὶ δὲν θὰ ἀξιώνονταν νὰ προέλθει ἀπὸ τὴ γενιὰ τοὺς ὁ μεγάλος Ἀναμενόμενος. Ἡ Ἄννα ἦταν στείρα καὶ προχωρημένης ἡλικίας. Ὅμως ποτὲ δὲν ἔχασαν τὴν πίστη τους στὸ Θεὸ καὶ Τὸν παρακαλοῦσαν νυχθημερὸν νὰ τοὺς ἀξιώσει νὰ γίνουν γονεῖς. Οἱ ἄτεκνοι θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους στιγματισμένοι ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὰ δῶρα τους δὲν γινόταν δεκτὰ ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ. 
Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες τῶν δύο εὐσεβῶν ἡλικιωμένων ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ τὸ Θεό. Κατὰ τρόπο θαυματουργικό, ἡ Ἄννα ἔμεινε ἔγκυος, παρὰ τὴ γεροντική της ἡλικία. Ὁ Ἰωακεὶμ ἦταν ὀγδόντα τριῶν ἐτῶν καὶ ἡ Ἄννα ἑβδομήντα. Ἀμέσως ἔσπευσαν νὰ ἀφιερώσουν τὸ παιδί τους στὸ Θεό, στὸν ὁποῖο ἀνῆκε, ἀφοῦ Ἐκεῖνος τοὺς τὸ χάρισε. Ἡ περίοδος τῆς ἐγκυμοσύνης ἦταν μία διαρκῆς εὐχαριστήρια ὠδὴ στὸ Θεὸ γιὰ τὸ μεγάλο δῶρο ποὺ τοὺς χάρισε, ἕνας ἀσίγαστος αἶνος πρὸς τὸν Κύριο, ὁ Ὁποῖος δύναται νὰ καταλύει τοὺς φυσικοὺς νόμους. 
Μετὰ ἀπὸ ἐννέα μῆνες ἡ Ἄννα γέννησε ἕνα χαριτωμένο κοριτσάκι, τὸ ὁποῖο ὀνόμασαν Μαρία, ἀπὸ τὸ ὄνομα τῆς γιαγιᾶς της, τῆς μητέρας τῆς μητέρας της, τὸ ὁποῖο σημαίνει στὰ ἑβραϊκὰ «κυρία» καὶ ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ γίνει ἡ Κυρία τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀγγέλων. 
Ἀφοῦ ἡ μικρὴ κόρη ἔγινε τριῶν ἐτῶν, ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα θεώρησαν ὅτι ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ὑπόσχεσή τους στὸ Θεό. Πῆραν τὴ Μαρία καὶ τὴν πῆγαν 
στὸ Ναὸ τῆς Ἱερουσαλὴμ νὰ τὴν ἀφιερώσουν στὸ Θεό. Πίστευαν οἱ εὐσεβεῖς Ἰουδαῖοι ὅτι ὁ Ναὸς τῶν Ἱεροσολύμων ἦταν ὁ τόπος τῆς κατοικίας καὶ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, τὸ θεοσκότεινο καὶ ἄβατο μέρος τοῦ Ναοῦ, παρὰ μονάχα στὸν ἀρχιερέα τοῦ ἔτους καὶ μόνο κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ «Ἐξιλασμοῦ», θεωροῦνταν ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἱερεῖς τοῦ Ναοῦ, φωτισμένοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διέγνωσαν τὴν ἁγιότητα τῆς κορασίδας καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὴν ὁδήγησαν στὴν εἰδικὴ πτέρυγα τῶν παρακείμενων κτισμάτων, ὅπου διέμειναν οἱ ἀφιερωμένες παρθένες, ἀλλὰ τὴν ὁδήγησαν στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, γιὰ νὰ διαφυλαχτεῖ ἡ ἁγνότητά της καὶ ἡ ἁγιότητά της. 
Ἐκεῖ ἔμεινε τρεφόμενη ἀπὸ οὐράνια τροφὴ καὶ ὑπηρετούμενη ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους, μέχρι ποὺ οἱ ἱερεῖς τὴν ἀρραβωνίασαν μὲ τὸν δίκαιο Ἰωσήφ. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ γονεῖς τῆς εἶχαν κοιμηθεῖ ὅταν ἐκείνη ἦταν ἕντεκα χρονῶν, ὁ Ἰωακεὶμ σὲ ἡλικία ἐνενήντα δύο ἐτῶν καὶ ἡ Ἄννα ὀγδόντα τριῶν. 
Ἡ μνήμη τοὺς ἑορτάζεται λαμπρὰ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μας στὶς 9 Σεπτεμβρίου, τὴν ἑπομένη ἀπὸ τὴ μεγάλη θεομητορικὴ ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τῆς Θεοτόκου, ὡς ὑπέρτατη τιμὴ πρὸς τὰ σεπτά τους πρόσωπα, διότι συνέβαλλαν καὶ αὐτοὶ στὴν ὑλοποίηση τοῦ σχεδίου τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου, ὡς γονεῖς τῆς Θεομήτορος. 
Ἡ τιμὴ τῶν ἁγίων Θεοπατόρων Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννας ἀνάγεται στοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, ὅπου οἱ Χριστιανοὶ τῆς Ἱεροσολυμίτικης Ἐκκλησίας τοὺς τιμοῦσαν μαζὶ μὲ τὴ Θεοτόκο. Ἰδιαίτερη τιμὴ ἀπολαμβάνει ἡ ἁγία Ἄννα στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου εἶναι ἀφιερωμένη σὲ αὐτὴ ἡ μεγαλύτερη Σκήτη καὶ ὅπου φυλάσσεται τὸ ἀριστερὸ πόδι της. Στὴν Ἱερὰ μονὴ Κουτλουμουσίου φυλάσσεται ὁλόκληρη ἡ κνήμη τοῦ δεξιοῦ ποδιοῦ της. Τὰ ἱερά της λείψανα εὐωδιάζουν καὶ θαυματουργοῦν, ἀποδεικνύοντας τὴν ἁγιότητά της καὶ δικαιολογώντας τὴν τιμὴ ποὺ ἀποδίδουν στοὺς ἁγίους Θεοπάτορες οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν.