16 Οκτωβρίου, 2021

Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων ΔΙΨΩ

Μακάριοι οι διψώντες και οι πεινώντες την δικαιοσύνην,ότι αυτοί χορτασθήσονται

Ὁ ἀναγκαστικός ἐμβολιασμός καί οἱ παιδαγωγικές του συνέπειες

Ἡρακλῆς Ρεράκης,

Καθηγητής ΑΠΘ Πρόεδρος τῆς Πανελλήνιας Ἑνώσεως Θεολόγων

Ἔχουμε ἐκφράσει, ἀρκετές φορές, τήν πλήρη ἀντίθεσή μας στίς λανθασμένες ἐπιλογές ὅσων ἔχουν τήν εὐθύνη νά ἀποφασίζουν καί νά ἐφαρμόζουν, σταδιακά, τόν ὑποχρεωτικό καί ἀναγκαστικό ἐμβολιασμό γιά τόν Κορωναϊό, μή λαμβάνοντας ὑπόψη τις ἀρνητικές παιδευτικές συνέπειες πού προκύπτουν ἀπό αὐτήν τήν ἐπιβολή τόσο γιά τούς νέους ὅσο καί γιά τούς ἐνήλικες.Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ πολιτεία στηλιτεύεται, μέ δική της ὑπαιτιότητα, ἐπειδή διαχωρίζει καί διακρίνει τούς πολῖτες σέ «πρόβατα καί ἐρίφια», σέ καλούς καί κακούς, σέ ἐμβολιασμένους καί ἀνεμβολίαστους, πυροδοτῶντας, μάλιστα, ἀνάμεσά τους… ἑστίες ἀλληλοσυγκρούσεων, διχασμοῦ καί διχόνοιας.
Ὅμως, ἡ ἐπιβολή τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐμβολιασμοῦ ἀποτελεῖ, γιά ὁλόκληρη τήν κοινωνία καί ἰδιαίτερα γιά τούς νέους μας, ἕνα πολύ ἀρνητικό ἠθικοκοινωνικό πρότυπο.
Οἱ εἰδικοί ἐπιστήμονες θεωροῦν τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά, ὡς ἀποτέλεσμα ἀλληλεπίδρασης ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί στό περιβάλλον τους, ἐπισημαίνοντας ὅτι οἱ συνθῆκες τοῦ περιβάλλοντος, ἡ διδασκαλία καί ἡ κοινωνική πειθώ, ἐπηρεάζουν τούς νέους ἀνθρώπους κι αὐτοί μέ τή σειρά τους ἀντιδροῦν ἀνάλογα, ἔναντι τοῦ κοινωνικοῦ τους περίγυρου.
Σύμφωνα μέ πορίσματα ἐρευνῶν, τά ἠθικοκοινωνικά κριτήρια τῶν νέων μας μποροῦν νά τροποποιηθοῦν τόσο πρός τό καλύτερο ὅσο καί πρός τό χειρότερο μέσῳ: α) τῆς ἐκπαιδευτικῆς διαδικασίας, β) τῆς κοινωνικῆς ἐνίσχυσης καί γ) της παρατήρησης προτύπων.
Οἱ γνώσεις, οἱ πληροφορίες καί οἱ ἀξιολογήσεις πού τούς προτείνονται, ἀπό διαφορετικές πηγές, συνενώνονται σέ ἕνα σύνολο καί ἔτσι δημιουργοῦνται στή συνείδησή τους οἱ κανόνες καί οἱ ἀρχές, πού τούς βοηθοῦν νά ἐπιλέγουν καί νά ἐκφράζουν τή συμπεριφορά τους.
Ἡ ἐκ μέρους τῶν παιδιῶν μίμηση στάσεων, προτύπων καί τρόπων ζωῆς, κάποιων προσώπων ἤ φορέων, πού σχετίζονται τόσο μέ τή σχολική ὅσο καί μέ τήν κοινωνική τους ἀγωγή, θεωρεῖται μέρος τῆς διαδικασίας κοινωνικοποίησής τους.
Ἡ σχολική ἀγωγή βοηθᾶ τά παιδιά νά ἐμπλουτίζουν καί νά βελτιώνουν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο, ὥστε νά εἶναι σέ θέση νά ἐπιλέγουν τά σωστά καί ὠφέλιμα πρότυπα.
Ἡ κοινωνική μάθηση, ἐπίσης, βασίζεται στά ἐρεθίσματα πού λαμβάνουν τά παιδιά ἀπό τό περιβάλλον καί στίς ἀντιδράσεις τους ἔναντι αὐτῶν τῶν ἐρεθισμάτων.
Εἶναι ἀνάγκη, ὅμως, νά τονιστεῖ ὅτι οἱ νέοι -ἰδιαίτερα στήν ἐφηβική ἡλικία- δέν δέχονται ὁποιαδήποτε νέα γνωστική ἤ ἠθικοκοινωνική παρέμβαση καί ἀντιδροῦν ἀρνητικά, ὅταν αἰσθάνονται ὅτι καταστρατηγεῖται ἡ ἐλευθερία τους, ὅταν, δηλαδή, διαπιστώνουν πώς τά πρότυπα ζωῆς τους προσφέρονται μέ ἐλλειπτικό ἤ ἀκόμη μέ αὐταρχικό τρόπο.
Αὐτός εἶναι ἕνας βασικός λόγος, πού δέν μπορεῖ νά συμφωνήσει ἕνας παιδαγωγός μέ τήν καθυπόταξη τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν καί τήν ἐφαρμογή τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐμβολιασμοῦ.
Ἡ πολιτεία, ὅσο δέν εἶναι ἀργά γιά τήν ἴδια, θά πρέπει νά ἀλλάξει πρύμνη, καθώς εἶναι ἀνάγκη νά κατανοήσει ὅτι οἱ βίαιες συμμορφώσεις πού ἀπαιτεῖ ἀναβιώνουν ἤ ἐπαναφέρουν στό προσκήνιο πρακτικές ἐκφυλισμοῦ τῆς ἐλευθερίας καί διαστρέβλωσης τῆς ἀντίληψης τῆς δημοκρατίας.
Δέν εἶναι δυνατό νά πιστεύει ὅτι, μέσῳ ἐφαρμογῶν, μεθοδεύσεων καί χρήσεως ἀπειλῶν, βίας, τρομοκρατίας, θανατολογίας καί ἐκφοβισμοῦ, μπορεῖ νά πετύχει το, κατά τή γνώμη της, συλλογικό καλό, μέσῳ τοῦ συλλογικοῦ ἐμβολιασμοῦ, ὅταν γνωρίζει ὅτι ὁ ἐμβολιασμός δέν ἀντιμετωπίζει ριζικά τό πρόβλημα τῆς ἰώσεως.
Ἡ θέση τοῦ Piaget καί ἄλλων ἐρευνητῶν εἶναι ὅτι δέν μποροῦν νά χρησιμοποιοῦνται αὐταρχικά, κατεξουσιαστικά καί ἐξαναγκαστικά μέσα καί συστήματα γιά τήν ἐπίτευξη ὁποιασδήποτε μάθησης ἤ συμμόρφωσης.
Θεωρεῖ, μάλιστα ὅτι ὅλα τά μέσα πού χρησιμοποιοῦνται γιά τήν ἐπίτευξη ἑνός στόχου, ἐάν δέν λειτουργήσουν σέ πλαίσια πειθοῦς, ἐλευθερίας, διαλόγου, συνεργασίας καί συναίνεσης, ἔχουν ὡς συνέπεια τή δημιουργία ἀρνητικῶν ἀντιδράσεων, πού καταλήγουν στήν καλλιέργεια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, τῆς αὐταρχικότητας, τῆς αὐθαιρεσίας καί τῆς ἐξουσιαστικότητας.
Στάσεις καί ἐνέργειες, πού σχετίζονται μέ τήν κοινωνική συμμόρφωση -καί σέ αὐτές συμπεριλαμβάνονται καί οἱ ἀποφάσεις τῆς πολιτείας γιά προσωπικά θέματα τῶν πολιτῶν, ὅπως εἶναι ἡ ὑγεία τους- δέν εἶναι ὀρθό νά ἐπιβάλλονται αὐταρχικά, μέ τή μορφή ἄτεγκτων ἐντολῶν ἤ προσταγῶν.
Αὐτό πού εἶναι θεμιτό γιά ὁποιαδήποτε διοικοῦσα ἀρχή εἶναι νά προσφέρει, σέ πλαίσιο ἐλευθερίας καί δημοκρατίας, πηγές πληροφόρησης καί προβληματισμοῦ, νά θέτει διλήμματα καί ἐρωτήματα, προκειμένου νά προκαλεῖ στούς πολῖτες -καί ἰδιαίτερα στούς νέους- τήν ἀνάγκη νά ἀναζητοῦν, νά ἀνακαλύπτουν, νά πείθονται, νά βρίσκουν λύσεις καί νά ἀποφασίζουν ὑπεύθυνα ἀπό μόνοι τους.
Οἱ ἠθικοκοινωνικοί κανόνες, σύμφωνα μέ τούς παιδαγωγούς καί τούς ψυχολόγους, δέν ἐπιβάλλονται καί δέν προσφέρονται μέ ἐντολές καί ἀπειλές, διότι ἔτσι συνδέονται, ὑποσυνείδητα, μέ ἐξουσιαστικές ἤ αὐταρχικές πρακτικές καί προκαλοῦν δυσμενῆ ἀντιδραστικά, ἀντίθετα ἀπό τά ἀναμενόμενα.
Ό, τί ἐπιδιώκεται, μέσα ἀπό δυναστικές πρακτικές καί περιορίζει τήν ἀνθρώπινη ἐλευθερία, ἐμποδίζει τήν ἐλεύθερη σκέψη καί δέν ἔχει θέση σέ μιά χώρα, πού ἔχει ὡς στόχο τή καλλιέργεια ἐλεύθερων πολιτῶν, μέ δημοκρατική συνείδηση.
Ἀπό θεολογικῆς πλευρᾶς, ὁ Ἀπ. Παῦλος, ἀφενός, ὑπενθυμίζει ὅτι ὁ Χριστός καλεῖ τούς ἀνθρώπους νά γίνουν καί νά μείνουν ἐλεύθεροι καί, ἀφετέρου, θεωρεῖ τήν ὕπαρξη τῆς ἐλευθερίας αὐτονόητη, ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου.
Ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής, ἐπίσης, ἀναφέρει ὅτι ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο, ἀπαλλάσσοντάς τον ἀπό κάθε μορφή δουλείας καί καταδυνάστευσης.
Ἡ πολιτεία, εἶναι ἀνάγκη νά φροντίζει, ἔτσι ὥστε κάθε ἀπόφαση καί ἐνέργειά της νά εἶναι ἀληθινή καί κατάλληλη γιά διδακτικό καί παιδαγωγικό ὑλικό τῆς διά βίου μαθήσεως τῶν πολιτῶν.
Γι αὐτό ἡ καλύτερη ἐπιλογή γι΄αυτήν εἶναι νά διαλέγεται, ἀπορρίπτοντας τήν ὑποχρεωτικότητα, τόν ἐξαναγκασμό, τήν ἐπιβολή καί τίς τιμωρίες, πού ἐξοργίζουν καί διχάζουν τούς Ἕλληνες, καί, πέραν ὅλων, καλλιεργοῦν ἀνάμεσά τους, ἑστίες ἀντεκκλήσεων, διενέξεων καί ὀργῆς.
Αὐτό πού ὀφείλει νά πράττει ἡ πολιτεία εἶναι νά στηρίζει τήν πολύπλευρη κατάρτιση τῶν πολιτῶν, προκειμένου, ὑποβοηθούμενοι καί στηριζόμενοι, μέσῳ ἰσχυρῆς αἰτιολόγησης καί πειθοῦς, νά ἀνεβάζουν τό ἐπίπεδο τῶν κριτηρίων τους καί νά ἐνισχύουν τήν ἀρετή τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεώς τους.
Ἡ ὑποτίμηση ἤ ὁ παραμερισμός τῆς λογικῆς, τοῦ διαλόγου καί τῆς πειθοῦς ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τήν ἀναγκαστική καί ἀπό φόβο ἀποδοχή ἐντολῶν ἤ ἀποφάσεων, γεγονός, πού, ἀπὸ πλευρᾶς παιδαγωγικῆς, εἶναι βέβαιο ὅτι καλλιεργεῖ ἀνθρώπους μέ στενό ὁρίζοντα σκέψης.
Ἀντίθετα, ἡ συνεργασία, ὁ διάλογος, ἡ συναίνεση καί ἡ χορήγηση ἐλευθερίας στούς πολῖτες, συμβάλλει στή ἐνδυνάμωση ἐλεύθερων καί ὁλοκληρωμένων ἀνθρώπων μέ φιλελεύθερο καί κριτικό πνεῦμα.
Χρέος τῆς πολιτείας, ἑπομένως, εἶναι, ἐκτός τῶν ἄλλων, ἡ ἐνίσχυση τοῦ ἠθικοπνευματικοῦ ἐπιπέδου τῶν πολιτῶν, μικρῶν καί μεγάλων καί ἡ καλλιέργεια καί ἐνδυνάμωση τῆς ἱκανότητάς τους νά ἐπιλέγουν μέ ἐλευθερία καί ὄχι μέ ἀπειλές καί ἐκφοβισμούς.
Ἡ ἐπιβολή κανόνων, μέσα ἀπό τήν ἄσκηση ὁποιασδήποτε μορφῆς ἐξαναγκασμοῦ, ὁδηγεῖ σέ μιά νομιμόφρονη, ἐπιφανειακή καί φαρισαϊκή ἠθική καί κοινωνικότητα.
Ἔτσι, στό πλαίσιο τῆς περίπτωσης τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ἐμβολιασμοῦ, ἡ, μέσῳ τῆς ὁποιασδήποτε ἐπιβολῆς τῆς πολιτείας, συμμόρφωση τῶν πολιτῶν μπορεῖ νά καταλήξει στή νομιμοποίηση καί ἀποδοχή τῆς χρήσεως μή παιδαγωγικῶν μέσων καί μεθόδων, γιά τήν ἐπίτευξη μιᾶς ἐξωτερικῆς καί νομιμοφανοῦς ὑποταγῆς καί νομιμοφροσύνης, πού ἀδυνατεῖ νά συμβάλει στήν ἀνάπτυξη μιᾶς ἐσωτερικῆς ἠθικῆς καί ἐλευθερίας, μέ κοινωνική ἀξία καί προοπτική.
Ἄν οἱ ἠθικοκοινωνικοί κανόνες καταντήσουν νά εἶναι προϊόντα καί μέσα ἐξαναγκασμοῦ, καί ὄχι πράξεις ἐλευθερίας, συνείδησης καί ἀμοιβαίας συναίνεσης, δέν προάγεται ἡ διά βίου ἀνάπτυξη τῶν πολιτῶν, ἡ ἐλευθερία καί ἡ δημοκρατικότητά τους.
Γιά ὅλους τούς παραπάνω λόγους ἡ πολιτεία ἔχει χρέος νά συμβάλλει στήν καλλιέργεια καί στήν ἀνάπτυξη καί ὄχι στή συρρίκνωση τῶν κριτηρίων τόσο τῶν νέων ὅσο καί τῶν ἐνηλίκων Ἑλλήνων, βοηθῶντας τούς νά ἀναπτύσσουν μιά ἐνεργητική νοημοσύνη, γιά νά μποροῦν νά σκέπτονται καί νά ἀποφασίζουν γιά προσωπικά τούς θέματα, ὅπως εἶναι τά θέματα τῆς ὑγείας, ἀπό μόνοι τους, ἐλεύθερα, μέ ὀρθά κριτήρια καί εὐθύνη καί ὄχι νά κατευθύνονται ὡς νά εἶναι ἄβουλα ὄντα.
Πεποίθησή μας εἶναι ὅτι οἱ ὁποιεσδήποτε πράξεις ἐπιβολῆς τῆς πολιτείας, ἀφενός, δείχνουν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς πολιτείας ἔναντι τῶν πολιτῶν καί, ἀφετέρου, εἶναι προφανές ὅτι δέν ἔχουν παιδαγωγικά χαρακτηριστικά καί ὅτι, μακροπρόθεσμα, δέν πρόκειται νά ἔχουν ὑγιεῖς καί καρποφόρες παιδαγωγικές συνέπειες γιά μικρούς καί μεγάλους.