8 Αυγούστου, 2022

Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων ΔΙΨΩ

Μακάριοι οι διψώντες και οι πεινώντες την δικαιοσύνην,ότι αυτοί χορτασθήσονται

Ἡ Ἁγία Λυδία ἡ Φιλιππησία (20 Μαΐου †)

Ἡ μορφή τῆς ἁγίας Λυδίας, ξεπροβάλλει μέσα ἀπό τό ἱερό βιβλίο τῶν ” Πράξεων τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων “, καθώς ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς μέ τό λεπτό χρωστήρα τοῦ λόγου του ἀναφέρει ἐπιγραμματικά: “καί τις γυνή ὀνόματι Λυδία, πορφυρόπωλις πόλεως Θυατείρων, σεβομένη τόν Θεόν, ἤκουεν…” (Πράξη ΙΣΤ-14). Ἄν καί ὅλοι γνωρίζουμε τήν ἁγία Λυδία μέ τήν προσωνυμία “Φιλλιπησία” ὡστόσο ἡ καταγωγή της, ἦταν ἀπό τά Θυάτειρα τῆς Μικράς Ἀσίας.Ἡ πόλη αὐτή, ἦταν φημισμένη γιά τή βιομηχανία παρασκευῆς τοῦ χρώματος τῆς πορφύρας ἀπό θαλάσσια κογχύλια ἤ ὄστρακα. Ἦταν ἐπίσης γνωστή, ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμη τοῦ… Ὁμήρου καί γιά τό ἐμπόριο τῆς πορφύρας στά μεγάλα ἐμπορικά κέντρα, ὅπως ἡ Δῆλος, ἡ Θεσσαλονίκη, οἱ Φίλιπποι κ.ἄ.Καθώς, λοιπόν, μᾶς πληροφορεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ἡ ἱερή Λυδία ἡ “πορφυρόπωλις” ἔζησε στούς ἀποστολικούς χρόνους καί ἦταν ἔμπορος πολύτιμων πορφυρῶν ὑφασμάτων. Διέμενε στήν ὡραία πόλη τῆς Μακεδονίας, τούς Φιλίππους μᾶλλον γιά λόγους ἐπαγγελματικούς, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχαν συντεχνίες πορφυροβάφων, ἀπό τούς ὁποίους οἱ περισσότεροι ,κατάγονταν ἀπό τά Θυάτειρα. Ἑπομένως, σάν γυναίκα τοῦ ἐμπορίου ἦταν εἶδος πολυτελείας καί τό ἐμπόριο της παρεῖχε ὑψηλά κέρδη.
Τό θαυμαστό ὡστόσο ἦταν ὅτι, ἐκεῖ στούς Φιλίππους ἡ ἱερή Λυδία ἐμπορεύθηκε καί μία ἄλλη πορφύρα, ἀσυγκρίτως πολυτιμότερη ἀπό τήν προηγούμενη. Τήν πορφύρα ἐκείνη, τῆς ὁποίας δέν ἀλλοιώνονται ποτέ τό κάλλος, ἡ στιλπνότητα, ἀλλά καί δέν μειώνεται ποτέ ἡ ἀξία της. Ἐκεῖ ἀνακάλυψε τόν “Πολύτιμο Μαργαρίτη”, τόν Ἰησοῦ Χριστό, μέσα στό θησαυροφυλάκιο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τόν ὁποῖον εἶχε τήν εὐλογία, τελείως ἀπροσδόκητα, νά δεῖ καί νά ἀκούσει.
Ἦταν τό ἔτος 50 μ.Χ. Ὁ Θεός, πού ἀποβλέπει στή σωτηρία μας, κατηύθυνε τά βήματα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου στήν Τρωάδα, τή γνωστή Τροία. Ἐκεῖ ὁ θεῖος Ἀπότολος εἶδε σέ ὅραμα, ἕνα Μακεδόνα νά ξεπροβάλλει ἐπάνω ἀπό τά βουνά τῆς Σαμοθράκης καί μέ ἱκετευτικό τόνο νά τοῦ ἀπευθύνει τήν πρόσκληση: «Διαβάς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν.» (Πράξη ΙΣΤ΄-10). Ἡ φωνή ἀσφαλῶς ἦταν ἡ φωνή τοῦ Θεοῦ, πού τόν καλοῦσε στήν Εὐρώπη. Ἦταν ὅμως καί ἡ φωνή τῆς Ἑλλάδας, πού ποθοῦσε, νά γνωρίσει τόν “Ἄγνωστον Θεόν”.
Χωρίς χρονοτριβή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ τρεῖς συνεργάτες του, τό Λουκᾶ, τό Σίλα καί τόν Τιμόθεο, ἀποβιβάσθηκαν στό λιμάνι τῆς Νεάπολης, τῆς σημερινῆς Καβάλας. Τό γεγονός αὐτό, ἀναμφίβολα, ὑπῆρξε μεγάλος σταθμός στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν πατοῦσε τά πόδια του γιά πρώτη φορά στήν ἑλληνική γῆ, μέ σκοπό νά ἐγκαταστήσει τή Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ στήν πατρίδα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καθώς καί σέ ὅλη τήν Εὐρώπη. Ὑπῆρξε ὅμως καί τό μεγαλύτερο γεγονός στή ζωή τῆς ἱερᾶς Λυδίας.Οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι στή συνέχεια, περπατώντας πότε τήν περίφημη Ἐγνατία Ὁδό καί πότε τό μονοπάτι, πού ἦταν σκαμμένο ἐπάνω στούς βράχους τῆς ὀροσειρᾶς τοῦ Παγγαίου, ἔφθασαν στήν πόλη τῶν Φιλίππων, ἡ ὁποία πήρε το ὄνομά της, ἀπό τό Φίλιππο τό Β΄, πατέρα τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου.
Οἱ Φίλιπποι ἦταν οἱ ἀρχαῖες Κρηνίδες, ὅπου ὑπῆρχαν πολλές ὑδάτινες πηγές ,ὅπως ἐπίσης καί πλούσια μεταλλεῖα χρυσοῦ. Ἦταν πόλη ἑλληνική ,ὅμως ἐκείνη τήν ἐποχή διατελοῦσε ὑπό τήν κυριαρχία τῶν Ρωμαίων. Μεταξύ τῶν πολυάριθμων κατοίκων της ὑπῆρχαν καί λίγοι Ἑβραῖοι, οἱ ὁποῖοι δέν εἶχαν Συναγωγή. Διέθεταν ,ὡστόσο, ἔξω ἀπό τήν πύλη τῆς πόλεως, στίς ὄχθες τοῦ Γαγγίτη ἤ Ζυγάκτου ποταμοῦ, ἕναν κῆπο περιφραγμένο, τόν ὁποῖον ὀνόμαζαν “προσευχή”. Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι κατευθύνθηκαν στόν τόπο αὐτό, θέλοντας νά ἀρχίσουν τό τεράστιο ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τῶν Ἑλλήνων.
Παρόλο πού ἦταν Σάββατο, ἡμέρα προσευχῆς, πρός μεγάλη τους ἔκπληξη συνάντησαν μονάχα μερικές γυναῖκες, Ἑβραῖες καί Ἑλληνίδες, ἀλλά “σεβομένας τόν Θεόν”. Μεταξύ αὐτῶν ἦταν καί ἡ προσήλυτος Λυδία ἡ “πορφυρόπωλις”. Ἀπογοητευμένη ἀπό τήν ψεύτικη θρησκεία τῶν Ἑλλήνων ἐντρυφοῦσε στή μελέτη τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ἀναζητώντας σέ αὐτόν τόν Ἀληθινό Θεό. Εἶχε βεβαίως, ἀνακαλύψει στό Νόμο ψήγματα χρυσοῦ, ἀλλά ἡ ἔμπορος τῆς πορφύρας ἀποζητοῦσε κάτι τό ὑψηλότερο. Ἡ προσευχή ὡστόσο καί ἡ μελέτη εἶχαν μεταβάλλει τήν ψυχή της σέ εὔφορο πνευματικό ἀγρό, ἕτοιμο νά δεχθεῖ τόν θεῖο σπόρο ἀπό τόν οἰκουμενικό Σπορέα, τόν Ἀπόστολο Παῦλο.Ἔτσι, μέ ἀξιοθαύμαστο ἐνδιαφέρον προσήλωσε τό βλέμμα της στήν ἀκτινοβόλο μορφή τοῦ Μεγάλου Ἀποστόλου, προκειμένου νά ἀκούσει ἀπό τό εὐλογημένο στόμα του τά ἀθάνατα λόγια τῆς ζωῆς.
Συγκλονισμένος τότε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, μέ λόγια ἁπλά, ἀνέπτυξε τό μυστήριο τῆς πίστεως καί τή Θεϊκή οἰκονομία τῆς Σωτηρίας μας. Παρουσίασε τό Θεανδρικό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τόνισε τήν παγκοσμιότητα τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου Του. Μίλησε γιά τό Πάθος καί τήν Ἀνάστασή Του. Ἐπεσήμανε ἀκόμη, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Μεσσίας, πού οἱ προφῆτες προανήγγειλαν. Εἶναι ὁ Υἱός Τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ὁ Σωτήρας τοῦ Κόσμου. Εἶναι ἡ “Ὁδός”, πού ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ὁ δέ Καρδιογνώστης Θεός βλέποντας τήν προθυμία καί τήν καλή προαίρεσή της ἄνοιξε διάπλατα τήν καρδιά της, γιά νά κατανοήσει τίς θαυμαστές ἀλήθειες τῆς χρηστιανικῆς πίστεως. Καί πράγματι. Ἀμέσως ἡ διάνοιά της καταυγάσθηκε ἀπό τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Πίστευσε καί ἀγάπησε τό Χριστό μέ ὅλη τή δύναμη τῆς ψυχῆς της. Σαγηνεύθηκε καί ἑλκύσθηκε τόσο πολύ ἀπό τή διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὥστε ζήτησε, χωρίς ἀναβολή, νά βαπτισθεῖ.
Ἐν τῷ μεταξύ, σκιρτώντας ἀπό χαρά ἔτρεξε, σάν ἄλλη Σαμαρείτιδα, πρός τούς οἰκείους της, γιά νά καταστήσει καί ἐκείνους κοινωνούς τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐτυχίας της. Ἡ βάπτισή της, ἔγινε στά νερά τοῦ Γαγγίτη ποταμοῦ, τήν ἴδια ἡμέρα, μαζί μέ ὅλα τά μέλη τῆς οἰκογένειάς της, πού τήν ἀκολούθησαν, χωρίς ἐνδοιασμούς, στό δρόμο τῆς σωτηρίας.
Ἡ νεοφώτιστη Λυδία συνειδητοποίησε ἄραγε, ἐκείνη τήν εὐλογημένη ὥρα, ὅτι ἦταν ἡ πρώτη χριστιανή τῆς Εὐρώπης; Ὅτι ἦταν τό πρῶτο μέλος τῆς πρῶτης ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ στήν Έλλάδα πού, μέ τήν βάπτισή της, θεμελιώθηκε στούς Φιλίππους; Ἀντιλήφθηκε ἄραγε, ὅτι ἡ έπιστροφή της στή χριστιανική πίστη σήμαινε τήν εἴσοδο τοῦ Εὐαγγελίου στήν Εὐρώπη ,καθώς καί τήν νίκη τοῦ χριστιανισμοῦ κατά τῆς εἰδωλολατρίας; Ὁπωσδήποτε ὅμως κατάλαβε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί τοῦ Θεοῦ τῆς χάρισαν τό χρυσό κλειδί τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Γἰ’αὐτό θέλησε, μόλις βαπτίσθηκε, νά ἐκφράσει στούς κύρηκες τοῦ Εύαγγελίου τά αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης, πού κατέκλυσαν τήν ψυχή της. Ζήτησε λοιπόν μία χάρη, ὡς ἀνταπόδοση τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν, τά ὁποῖα ἀπόλαυσε, τόσο ἄφθονα, ἀπό ἐκείνους. “Εἰ κεκρίκατέ με πιστήν τῷ Κυρίῳ εἶναι, εἰσελθόντες εἰς τόν οἶκον μου μείνατε” (Πράξη ΙΣΤ΄-15). Καί χρειάσθηκε ὄχι νά παρακαλέσει ἁπλά, ἀλλά νά παρακαλέσει ἐπίμονα καί μάλιστα νά ἐξαναγκάσει ὑπερβολικά τούς Ἀποστόλους, ὥστε νά δεχθοῦν τήν φιλοξενία, πού ἐπιθυμοῦσε νά προσφέρει. “Βλέπετε σύνεσιν, πῶς δυσωπεῖ (παρακαλεῖ) τούς Ἀποστόλους, πόσης ταπεινότητας γέμει τά ρήματα, πόσης σοφίας.” σχολιάζει ὁ χρυσορρήμων ἅγιος. Ἦταν ἀσφαλῶς ἰδιαίτερη εὐλογία καί ἐξαιρετική τιμή γιά τή Λυδία, τό ὅτι ἀξιώθηκε νά ἀναπαύσει τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τήν ἐκλεκτή συνοδεία Του!
Ἡ ἐπιστροφή της ὡστόσο στό Χριστό ἔγινε ἀφετηρία γιά νέες δραστηριότητες. Ἡ πλούσια πορφυρόπωλις ὄχι μόνο διέθεσε τό ἀρχοντικό της για τίς λατρευτικές συνάξεις τῆς νεοσύστατης Ἐκκλησίας, ἀλλά ἀφιέρωσε ὁλόψυχα καί ὁριστικά τόν ἑαυτό της στό Χριστό. Ἔλαβε ἀκόμη τή μεγάλη ἀπόφαση νά ἐργασθεῖ ὡς ἐργάτης τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔτσι,ἀναδείχθηκε στύλος τῆς Ἀποστολικής ἐκκλησίας τῶν Φιλίππων, πολύτιμος συνεργάτης καί ἀντάξια μαθήτρια τοῦ μεγάλου διδασκάλου της, Παύλου.
Βέβαια καί μετά τήν ἀναχώρηση τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου ἀπό τούς Φιλίππους, κράτησε μέσα της τούς θείους λόγους του, σάν πολύτιμο θησαυρό, ὥστε ἡ καρδιά της πλημμύρισε ἀπό τόν πλοῦτο τῆς Θείας Χάριτος. Χωρίς ἀμφιβολία θά πρωτοστάτησε σέ ἔργα ἀγάπης καί θά συνέβαλε πλουσιοπάροχα στίς χρηματικές εἰσφορές, τίς ὁποῖες οἱ Φιλιππήσιοι ἔστειλαν πρός τόν Ἀπόστολο Παῦλο, προκειμένου νά τόν ἀνακουφίσουν στίς ἀνάγκες τοῦ ἐπίπονου ἔργου του.
Ἔτσι, ὅταν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μέ τά τρυφερότερα λόγια ἔγραφε ἀργότερα στους Φιλιππήσιους: «Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί καί ἐπιπόθητοι, χαρά καί στέφανός μου…(Δ΄-1), ἐν ἀρχῇ τοῦ Εὐαγγελίου…ἅπαξ καί δίς εἰς τήν χρείαν μοι ἐπέμψατε (Δ΄15-16) ἀσφαλῶς θά εἶχε ὑπ’ ὅψιν του τήν ἀνεξάντλητη σέ καλωσύνη Λυδία.»Ἀξίζει νά προσθέσουμε σέ ὅλα αὐτά, ὅτι ἡ πρώτη χριστιανή τῆς Εὐρώπης ἔχοντας τόν πόθο νά δοξασθεῖ ὁ Ἀληθινός Θεός καί νά Τόν γνωρίσουν καί ἄλλοι ἄνθρωποι, ἐργάσθηκε ἱεραποστολικά ὄχι μόνο στούς Φιλίππους, ἀλλά καί στήν ἰδιαίτερη πατρίδα της τά Θυάτειρα.
Ἀφοῦ λοιπόν τήρησε «ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφυμα…» καί ἔπραξε ὅσα ἔμαθε, παρέλαβε, ἄκουσε καί εἶδε ἀπό τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Φιλιπ. Δ΄,8-9) καί ἀφοῦ πολιτεύθηκε «ἀξίως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ» (Φιλιπ. Α-27) παρέδωσε τήν ψυχή της στά χέρια τοῦ Θεοῦ.Τώρα ἀπολαμβάνει, ὡς ἔπαθλο τῶν κόπων της, τήν ἀπερίγραπτη χαρά καί λαμπρότητα τῆς αἰώνιας ἐπουράνιας ζωῆς.
Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή μνήμη της τήν 20η Μαῒου.