5 Δεκεμβρίου, 2023

Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων ΔΙΨΩ

Μακάριοι οι διψώντες και οι πεινώντες την δικαιοσύνην,ότι αυτοί χορτασθήσονται

Ὑπόκλιση στό μεγαλεῖο τῆς πίστης: Ἡ οἰκογένεια τοῦ Κυπριανοῦ μας ἔδειξε πῶς ὁ σταυρός τοῦ πένθους γίνεται ἐλπίδα ἀνάστασης!

Γράφει ὁ Ἐλευθέριος Ἀνδρώνης

Ἡ Ἀναστάσιμη εἰκόνα στήν κηδεία τοῦ Κυπριανοῦ πού ἔχασε τή ζωή του στά Τέμπη, εἶναι μιά δυνατή «σφαλιάρα» σέ ὅσους μᾶς καταπλάκωσε ἡ σκιά τοῦ θανάτου.

Τραγωδία στά Τέμπη: Μέσα σέ αὐτές τίς μαῦρες μέρες γιά τόν λαό μας, ἀξιωθήκαμε νά γίνουμε μάρτυρες ἑνός μεγάλου θαύματος πού μᾶς γέμισε ἀναστάσιμη ἐλπίδα. Τό νά θεραπεύεται θαυματουργικῶς τό σῶμα ἀπό μιά σοβαρή ἀρρώστια, μπορεῖ νά μοιάζει μέ μεγάλο θαῦμα στό κοσμικό πνεῦμα, ἄλλα δέν εἶναι μεγάλο θαῦμα στή συνείδηση τῆς ἐκκλησίας. Τά μεγαλύτερα θαύματα εἶναι τά θαύματα τῆς πίστης. Τό νά σηκώνει ἕνας γονιός τόν βαρύ σταυρό τοῦ… χαμοῦ τοῦ παιδιοῦ του μέ δοξολογία πρός τόν Θεό, αὐτό εἶναι θαῦμα θαυμάτων. Μιά ὄαση ἀναστάσιμης εὐφροσύνης, μέσα σέ μιά ἔρημο ἀπιστίας καί ὀλιγοπιστίας. Μιά σταυροαναστάσιμη ἀχτίνα ἐλπίδας πού ξεπάγωσε τίς ψυχές μας.

Αὐτοῦ τοῦ ὑπερκόσμιου θαύματος γίναμε μάρτυρες, στήν ἐξόδιο ἀκολουθία τοῦ Κυπριανοῦ. Μιά ἀκολουθία πού περισσότερο ἔμοιαζε μέ γάμο, παρά μέ κηδεία. Γάμος μιᾶς ἁγνῆς ψυχῆς μέ τόν Νυμφίο Χριστό, πού βρῆκε τόν Κυπριανό γρηγοροῦντα καί τόν στεφάνωσε ὡς ἀθλητῆ,ἀθλητή τῆς πίστης.

Ὁ 23χρονος Κυπριανός Παπαϊωάννου μέ καταγωγή ἀπό τήν Κύπρο ἦταν ἕνας ἀπό τούς φοιτητές πού ἔχασαν τή ζωή τους στό φρικτό δυστύχημα στά Τέμπη. Ἄριστος μαθητής, ἀφοσιωμένος ψάλτης καί λαμπρός φοιτητής τῆς Νομικῆς, πού ἐπρόκειτο νά παντρευτεῖ τήν ἀγαπημένη του στίς 27 Αὐγούστου. Ἦταν ἕνα ἀπό τά ἕξι παιδιά τοῦ πατέρα Χριστόδουλου, ἑνός ἱερέα μέ πύρινη πίστη πού μαζί μέ μιά πανάξια πρεσβυτέρα γαλούχησαν τήν οἰκογένεια τους στά ἀστείρευτα νάματα τῆς Ὀρθοδοξίας.

Σύσσωμος ὁ κλῆρος τῆς Κύπρου βρέθηκε στήν ἐκκλησία Πέτρου καί Παύλου τοῦ Αὐγόρου Κύπρου γιά νά στηρίξει τήν οἰκογένεια τοῦ ἀδικοχαμένου Κυπριανοῦ. Καί τελικά αὐτή ἡ ἁγιασμένη οἰκογένεια λιγότερο ἔλαβε στήριξη καί ἀσυγκρίτως περισσότερο στήριξε ὅλους ἐμᾶς, ἀνοίγοντας τά θολωμένα μάτια μας πού τά ἔχει σκιάξει τό κράτος τοῦ θανάτου.

Ἡ Ἀνάσταση «ἔσβησε» τόν θάνατο

Ἕνα φωτογραφικό στιγμιότυπο, πού ἀντιστοιχεῖ σέ χιλιάδες νοήματα παρηγοριᾶς καί οὐράνιας ἐλπίδας. Μιά εἰκόνα πού μοσχοβολᾶ αἰωνιότητα, πού ζωντανεύει συναξάρια ἁγίων, πού ἰσοπεδώνει τό κοσμικό φρόνημα καί πλημμυρίζει τίς καρδιές μέ τό μήνυμα τῆς Ἀνάστασης. Χαμόγελα! Φωτεινά πρόσωπα! Πουθενά ἡ ἀντάρα τοῦ θανάτου!

Παραφροσύνη μοιάζει στό κοσμικό μάτι μιά τέτοια παράδοξη εἰκόνα. «Ἀπρέπεια» θά ἔλεγε κανείς! Παράταιρη! Ἀφύσικη! Καί πράγματι, μοιάζει πολύ μακρινή κοιτῶντας τήν μέσα ἀπό τό φάσμα τῆς ἐλεεινότητας μᾶς. Ἡ πίστη στήν ἀνάσταση, ἡ βεβαιότητα γιά τόν παράδεισο πού βρίσκεται πέρα ἀπό τό κατώφλι τοῦ θανάτου, εἶναι βίωμα. Εἶναι προσωπική ἀποκάλυψη. Δέν μεταφέρεται μέ λόγια. Ἀντανακλᾶ τό μεγαλεῖο της ὅμως σέ τέτοιες στάσεις ζωῆς, ἀνεκτίμητες γιά ὅποιους διαβάζουν τά νοήματα τούς.

Ποτέ ἡ ἁγιότητα δέν ἦταν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου. Οἱ πραγματικοί χριστιανοί εἶναι κατεξοχήν ἀκατανόητα ὄντα, στά μάτια τοῦ κόσμου.

Μήπως ἡ χοϊκή ἀντίληψη μᾶς μπορεῖ νά «χωνέψει» τίς θυσίες τῶν μαρτύρων τῆς Ὀρθοδοξίας, πού ἔπεφταν στή φωτιά καί στό σπαθί καί στά ἄγρια θηρία, δοξολογῶντας τόν Θεό;

Μήπως τό κοσμικό πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας μπορεῖ νά «χωνέψει» τούς ἡρωικούς θανάτους τῶν ἐθνομαρτύρων μας, πού ἔστηναν γιορτές καί πανηγύρια πρίν ἀνταμωθοῦν μέ τόν Χάρο;

Ἄλλα καί ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό οἱ Ἰουδαῖοι δέν ζητοῦσαν κοσμική δικαιοσύνη; Καί Ἐκεῖνος τούς ἐξόργιζε γιατί ἀντιπαρέθετε τόν δρόμο τῆς μακροθυμίας καί τῆς συγχώρεσης.

Δέν εἶναι αὐτά ἀκατανόητα γιά τήν ὑλιστική ἐποχή μας; Δέν φαντάζουν παράλογα; Κι ὅμως ἔγιναν. Καί τό αἷμα τῶν μαρτύρων ἄλλαξε τόν κόσμο. Ἡ πίστη ἀλλάζει τόν κόσμο καί δίνει λόγο ὕπαρξης στήν γῆ γιά νά συνεχίσει νά γυρίζει. Πέρα καί πάνω ἀπό τή κοσμική δικαιοσύνη ὑπάρχει τό ὑπερκόσμιο μήνυμα τοῦ «ἐσφαγμένου ἀρνίου», τοῦ πάναγνου Χριστοῦ πού θυσιάστηκε γιά ἐμᾶς. Καί μέ τήν ἐπανάσταση τοῦ ἀπέναντι στούς ἀνθρώπινους κώδικες ὑπερέβη τή λογική τοῦ κόσμου καί μετουσίωσε τόν ἑκούσιο θάνατο σέ πηγή ἀτελεύτητης ζωῆς. Εἴτε μποροῦμε νά τό κατανοήσουμε – εἴτε ὄχι, αὐτή ἡ Θεία ἀρχή ὑφίσταται καί παραμένει στό κέντρο τῶν πνευματικῶν νόμων.

Ποιά ἄλλη δύναμη στόν κόσμο μπορεῖ νά σοῦ δώσει λόγο εὐφροσύνης μπροστά στό σκότος τοῦ θανάτου; Κανένας πλοῦτος, καμία δόξα, καμία κοσμική ἰδεολογία δέν εἶναι ἱκανή νά σοῦ προσφέρει ἐλπίδα καί χαρά μπροστὰ σέ ἕνα παγωμένο φέρετρο. Ὅλοι οἱ μεγάλοι τῆς γῆς μπροστά στό σαρωτικό χτύπημα τοῦ θανάτου, γίνονται ἕνα ταπεινωμένο κουρέλι, μιά δυστυχισμένη ὕπαρξη γεμάτη ἀγωνία καί ἐρωτηματικά. Μόνο ἡ πίστη, καί συγκεκριμένα ἡ Ὀρθόδοξη πίστη μπορεῖ νά φυσήξει σέ ἕναν πενθοῦντα πνοή ἀνάστασης καί ζωῆς αἰώνιας.

Αὐτή τήν ὑπερκόσμια αὔρα, νοιώσαμε νά χαϊδεύει λίγο τίς ψυχές μας, βλέποντας τήν πίστη αὐτῆς τῆς οἰκογένειας. Ἕνα γραμμάριο ἄν εἴχαμε ἀπό τήν πίστη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, θά εἶχε δοξαστεῖ ἡ Ἑλλάδα στά πέρατα τῆς οἰκουμένης.

Αὐτό πού βλέπουμε ἐμεῖς, εἶναι μόνο ἕνα στιγμιότυπο ἀπό τόν σταυρό πού σηκώνουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι, ὅπως καί οἱ δεκάδες οἰκογένειες πού βιώνουν ἕναν πόνο πού ἐμεῖς δέν μποροῦμε οὔτε κατά διάνοια νά ψηλαφίσουμε. Μήπως αὐτοί οἱ ἄνθρωποι δέν πόνεσαν ἐπειδή τούς βλέπουμε ἐμεῖς νά χαμογελοῦν; Καί πόνεσαν καί ἔκλαψαν καί ἔνιωσαν μέσα τους τό σαράκι τῆς ἀδικίας, ἀναρωτώμενοι τό ἀμείλικτο «γιατί». Βάρος φοβερό θά σηκώνουν σέ ὅλη τή ζωή τους. Ἐπέλεξαν ὅμως νά μετατρέψουν αὐτό τό πένθος σέ ἀμόνι γιά νά σφυρηλατήσουν τήν πίστη τους, τώρα πού εἶναι τόσο καυτός ὁ πόνος. Ἀσύλληπτο καί ὅμως τό καταφέρνουν, μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἔτσι γίνεται.

Ἐμεῖς ζητοῦμε δικαιοσύνη – Ἐκεῖνοι συγχωροῦν

Ὁ πατέρας Χριστόδουλος ἐμπιστεύτηκε τόν γιο του στήν ἑλληνική πολιτεία γιά τίς σπουδές του καί ἡ ἑλληνική πολιτεία του ἐπέστρεψε ἕνα φέρετρο μέ ἕνα μαρτυρικό σῶμα. Ἦταν ἕνας ἀπό τούς δεκάδες μάρτυρες πού ἔχασαν τήν ζωή τους, ἐπειδή ὁ δρόμος τους διασταυρώθηκε μέ τά γρανάζια μιᾶς διεφθαρμένης πολιτείας.

«Εἶναι δύσκολο γιά ἕναν γονιό νά χάνει τό παιδάκι του πού τό μεγαλώνει ὥρα τῆς ὥρας, μέρα τή μέρα. Ὁ χειρότερος ἐφιάλτης τῆς ζωῆς μου ἦταν νά χάσω παιδί. Κι ὅμως τό βιώνω τώρα, καί δέν μπορῶ νά ἀκούω αὐτό τό κυνηγητό πού γίνεται. Ἄνθρωποι εἶναι ὅλοι. Ὅλοι μπορεῖ νά κάνουμε λάθη. Ἄν τούς συγχωροῦμε, ἐκεῖ βρίσκω μέσα μου στήριγμα»εἶπε ὁ πατέρας Χριστόδουλος.

Ὅλοι ἐμεῖς, ἀκόμη καί ἐνῶ δέν χάσαμε κάποιο στενό πρόσωπο μᾶς στά Τέμπη, διψᾶμε γιά ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, βράζει τό αἷμα μᾶς ἀπό ἀγανάκτηση καί ἀπαιτοῦμε δικαίωση γιά ὅλα αὐτά τά θύματα. Ἐκεῖνος καίτοι ἔχασε τό σπλάχνο του, εἶναι προσηλωμένος στόν δρόμο τοῦ Σταυροῦ, τῆς αὐταπάρνησης καί τῆς συγγνώμης. Σέ αὐτούς πού τοῦ στέρησαν τό παιδί του, ἔδωσε ἔλεος ἀπό τό περίσσευμα τῆς ἀστείρευτης ἀγάπης του. Μιμήθηκε ἄξια αὐτόν τόν οὐράνιο λόγο πού ἀκούστηκε πρίν ἀπό δύο χιλιάδες χρόνια στόν Γολγοθᾶ: «Συγχώρεσε τους γιατί δέν ξέρουν τί κάνουν».

Τί νά πεῖ κανείς γι’ αὐτό τό ἄφταστο μεγαλεῖο ψυχῆς; Ἁπλά σαστίζει καί τό ἀτενίζει μέ δέος. Εἶναι πέρα ἀπό τή σαρκική λογική μας. Μοιάζει βγαλμένο ἀπό τόν βίο τοῦ Ἁγίου Διονυσίου, πού συγχώρεσε τόν φονιᾶ τοῦ κατά σάρκα ἀδερφοῦ του.

Τί θά λέγατε στόν γιο σας ἄν μπορούσατε νά τοῦ πεῖτε μιά τελευταία κουβέντα, ρώτησε ἕνας δημοσιογράφος τόν πατέρα Χριστόδουλο. «Καλή ἀνάσταση, αὐτό θά τοῦ ἔλεγα», ἀπάντησε. Ἐκεῖ ξεκινοῦν, ἐκεῖ καί τελειώνουν ὅλα. Στό «προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν καί ζωήν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Στό μεγάλο ἀντάμωμα τῆς ἀνθρωπότητας, πού θά ἔρθει νά συμπληρώσει τό παιάνισμα τοῦ «Χριστός Ἀνέστη».

Θά ἀναρωτηθεῖ κανείς, μέ τή συγχώρεση τελειώνουν ὅλα σέ αὐτόν τόν κόσμο; Οἱ ὑπεύθυνοι θά μείνουν ἀτιμώρητοι; Δέν θά ζητήσουμε ἀποκατάσταση αὐτῆς τῆς ἀβάσταχτης ἀδικίας; Δέν θά ζητήσουμε δικαιοσύνη; Ἀσφαλῶς καί θά ζητήσουμε, δεδομένου ὅτι δέν ἔχουμε ἐκείνη τήν πίστη νά ἀφεθοῦμε στούς πνευματικούς νόμους, θά καταφύγουμε στή σκιά τους, τούς ἀνθρώπινους νόμους. Ἤ μᾶλλον ὅτι ἔχει ἀπομείνει ἀπό αὐτούς, δηλαδή τή σκιά τῆς σκιᾶς.

Ἡ λύπη, ἡ κραυγή, ἡ ὀργή καί το πένθος εἶναι ἀπολύτως ἀνθρώπινα καί ἡ κάθε οἰκογένεια περνᾶ διαφορετικά τόν σταυρό της, μετά ἀπό αὐτήν τήν ἐθνική τραγωδία. Ἰδιαίτερα ἡ λύπη χωρίς Θεό εἶναι ἡ πιό ἀβάσταχτη. Καί κάθε λύπη, ὅπως καί ἄν βιώνεται αὐτή, ὀφείλουμε νά τήν βλέπουμε μέ συντριβή, μέ σιωπή καί μέ δέος.

Ὅμως μέ τήν στάση αὐτῆς τῆς ἁγιασμένης οἰκογένειας, θά θυμόμαστε πώς κάπου πέρα ἀπό τά ἀνθρώπινα ὅρια, μᾶς καρτερεῖ τό ὑπέρλογο. Αὐτό πού φωτίζει τίς ζωές μας, ὅσο ἐμεῖς κοιτοῦμε χαμηλά, στή γῆ.