26 Μαΐου, 2024

Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων ΔΙΨΩ

Μακάριοι οι διψώντες και οι πεινώντες την δικαιοσύνην,ότι αυτοί χορτασθήσονται

Σύναξη των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και πάντων των Ασωμάτων και Ουράνιων Αγγελικών Ταγμάτων (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Εβρ. 2, 1-10]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ

Και αφού είπε για τον Υιό και τα σχετικά με την οικονομία του Θεού, τη δημιουργία και τη βασιλεία, και αφού έδειξε την ισοτιμία Του προς τον Πατέρα και ότι ως Κύριος εξουσιάζει όχι μόνο τους ανθρώπους, αλλά και τις ουράνιες δυνάμεις, στη συνέχεια ο Παύλος τους προτρέπει, μιλώντας έτσι, ώστε να προσέχουμε σε αυτά που ακούσαμε, και λέγει: «Δι τοτο δε περισσοτέρως μς προσέχειν τος κουσθεσι, μή ποτε παραῤῥυμεν (: ο Υιός λοιπόν είναι ασυγκρίτως ανώτερος από τους αγγέλους. Γι’ aυτό κι εμείς πρέπει να προσέχουμε πολύ περισσότερο σε εκείνα που ακούσαμε με το κήρυγμα, διότι όλα αυτά είναι λόγοι του Υιού και των Αποστόλων Του. Είναι επιτακτική ανάγκη να προσέχουμε, μήπως από απροσεξία μας συμβεί να παρασυρθούμε και πέσουμε έξω)» [Εβρ. 2, 1].

Εδώ ήθελε να πει ότι πρέπει να τα προσέχουμε περισσότερο από τον νόμο, αλλά το παρασιώπησε· το κάνει όμως φανερό με αυτό που λέγει, όχι με συμβουλή ούτε με προτροπή, γιατί έτσι ήταν καλύτερα. «Ε γρ  δι᾿ γγέλων λαληθες λόγος (: και αλίμονό μας εάν πέσουμε έξω· διότι, εάν ο νόμος που ανήγγειλε ο Θεός στον Μωυσή διαμέσου αγγέλων)», λέγει, «γένετο βέβαιος, κα πσα παράβασις κα παρακο λαβεν νδικον μισθαποδοσίαν (: αποδείχτηκε έγκυρος και ισχυρός, και κάθε παράβασή του και παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια με την ανάλογη τιμωρία), πς μες κφευξόμεθα τηλικαύτης μελήσαντες σωτηρίας; τις ρχν λαβοσα λαλεσθαι δι το Κυρίου, π τν κουσάντων ες μς βεβαιώθη (: πώς εμείς θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη και σπουδαία σωτηρία; Τη σωτηρία αυτή δεν μας τη γνωστοποίησαν κάποιοι άγγελοι, όπως έγινε στον νόμο, αλλά αφού άρχισε να την κηρύττει ο Ίδιος ο Κύριος, μας την παρέδωσαν ως αληθινή και αξιόπιστη οι άγιοι Απόστολοι που την άκουσαν κατευθείαν από το στόμα του Κυρίου)» [Εβρ. 2, 2-3].

Γιατί πρέπει εμείς να προσέχουμε περισσότερο σε αυτά που ακούσαμε; Δεν είναι και εκείνα και αυτά του Θεού; Ή λοιπόν λέγει ότι πρέπει να τα ακούμε περισσότερο από τον μωσαϊκό νόμο ή ότι σε μεγαλύτερο βαθμό πρέπει να τα προσέχουμε· δεν κάνει σύγκριση, μακριά μια τέτοια σκέψη. Επειδή λοιπόν από τον πολύ χρόνο είχαν μεγάλη υπόληψη για την Παλαιά Διαθήκη, ενώ αυτά σαν νέα ακόμη τα περιφρονούσαν, δείχνει με κύρος ότι σε αυτά πρέπει να προσέχουν περισσότερο. Πώς; Σαν να λέγει ότι του Θεού είναι βέβαια και αυτά και εκείνα, αλλά όχι με όμοιο τρόπο. Και αυτό μας το δείχνει ύστερα. Πρώτα όμως το δείχνει λιγότερο καθαρά και στη συνέχεια πιο φανερά, λέγοντας «ε γρ  πρώτη κείνη ν μεμπτος, οκ ν δευτέρας ζητετο τόπος (: είναι πραγματικά ανώτερη και καλύτερη η νέα διαθήκη· διότι εάν η πρώτη εκείνη ήταν τέλεια και δεν είχε ελλείψεις, δεν θα υπήρχε ανάγκη να εισαχθεί και να συναφθεί δεύτερη)» [Εβρ. 8, 7]· και πάλι: «ν τ λέγειν καινν πεπαλαίωκε τν πρώτην· τ δ παλαιούμενον κα γηράσκον γγς φανισμοῦ (: μιλώντας δηλαδή ο Θεός για Νέα Διαθήκη, με αυτό που είπε κατέστησε παλαιά την πρώτη. Κι εκείνο που παλιώνει και γηράσκει, κοντεύει να εξαφανιστεί)» [Εβρ. 8, 13] και πολλά άλλα τέτοια. Αλλά δεν τολμά ακόμη να πει κάτι τέτοιο στην αρχή, μέχρι που να προσελκύσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ακροατή με τις περισσότερες προετοιμασίες.

«Γιατί λοιπόν», πες μας, «πρέπει να προσέχουμε περισσότερο;». «Μή ποτε (: μην τυχόν)», λέγει, «παραῤῥυμεν (: και απομακρυνθούμε από αυτά)»[Εβρ. 2, 1]. Δηλαδή, να μην καταστραφούμε, να μην πέσουμε. Και δείχνει εδώ πόσο φοβερό πράγμα είναι η πτώσηγιατί είναι δύσκολο εκείνο που απομακρύνθηκε να επιστρέψει πάλι, επειδή αυτό έγινε από ραθυμία. Αυτή τη λέξη την πήρε από τις Παροιμίες. Γιατί λέγει: «Υέ, μ παραῤῥυς, τήρησον δ μν βουλν κα ννοιαν (: υιέ μου, πρόσεχε μην παρεκκλίνεις από τον δρόμο μου και παρασυρθείς στον ολισθηρό κατήφορο της απωλείας. Φύλαξε τη δική μου συμβουλή και οδηγία)» [Παροιμ. 3, 21]. Δείχνει έτσι και το εύκολο του ολισθήματος και το φοβερό της καταστροφής· δηλαδή δεν είναι ακίνδυνη για μας η παρακοή. Και με όσα προσθέτει δείχνει ότι είναι μεγαλύτερη η τιμωρία. Αυτήν όμως την αφήνει πάλι στην αναζήτηση και όχι στο συμπέρασμα. Γιατί πραγματικά αυτό κάνει τον λόγο λιγότερο ενοχλητικό, να μην προσθέτει μόνος του την απόφαση, αλλά να αφήνει την εξουσία στον ακροατή, για να βγάλει αυτός την απόφαση. Το ίδιο κάνει και ο προφήτης Νάθαν στην Παλαιά Διαθήκη και ο Χριστός στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου λέγοντας: «ταν ον λθ  κύριος το μπελνος, τί ποιήσει τος γεωργος κείνοις; (: όταν λοιπόν έλθει ο κύριος του αμπελιού, τι είναι δίκαιο να κάνει στους καλλιεργητές εκείνους;)»[Ματθ. 21, 40], αναγκάζοντας τους ίδιους τους ακροατές να βγάλουν την απόφαση· γιατί αυτό είναι η πιο μεγάλη νίκη.

Έπειτα, αφού είπε: «ε γρ  δι᾿  γγέλων λαληθες λόγος γένετο βέβαιος (: εάν ο νόμος που ανήγγειλε ο Θεός στον Μωυσή διαμέσου αγγέλων αποδείχτηκε έγκυρος και ισχυρός)», δεν πρόσθεσε «πολύ περισσότερο είναι αυτός που κηρύχτηκε από τον Χριστό», αλλά αυτό το άφησε και είπε το μικρότερο, «πς μες κφευξόμεθα τηλικαύτης μελήσαντες σωτηρίας; (: πώς εμείς θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη και σπουδαία σωτηρία;)». Και πρόσεχε πώς κάνει τη σύγκριση. «Ε γρ (: εάν λοιπόν)», λέγει, « δι᾿  γγέλων λαληθες λόγος (: ο νόμος που ανήγγειλε ο Θεός στον Μωυσή διαμέσου αγγέλων)». Εκεί «δι᾿  γγέλων (: μέσω των αγγέλων)», εδώ όμως «δι το Κυρίου (: μέσω του Κυρίου)»· και εκεί λόγος, εδώ όμως σωτηρία.

Έπειτα, για να μην πει κανείς: «Τι λοιπόν, όσα λέγεις εσύ, Παύλε, είναι του Χριστού;», τον προλαβαίνει και δείχνει ότι έχει το αξιόπιστο. Γιατί και το ότι τα άκουσε εκείνος αυτά δείχνει το αξιόπιστο και με το ότι αυτά λέγονται τώρα από τον ίδιο τον Θεό, όχι απλώς με φωνή που κατέβαινε από τον ουρανό, όπως συνέβηκε στην περίπτωση του Μωυσή, αλλά με σημεία που γίνονταν και πράγματα που παρείχαν την επιβεβαίωση.

Τι σημαίνει όμως: «ε γρ  δι᾿ γγέλων λαληθες λόγος γένετο βέβαιος»; Και στην προς Γαλάτας επιστολή λέγει περίπου το ίδιο: «Τί ον  νόμος; τν παραβάσεων χάριν προσετέθη, χρις ο λθ τ σπέρμα  πήγγελται, διαταγες δι’ γγέλων ν χειρ μεσίτου (: και αφού από την τήρηση του νόμου δεν αποκτάται η κληρονομιά, γεννιέται το ερώτημα: “Για ποιον λοιπόν σκοπό δόθηκε ο νόμος;” Απάντηση: “Προστέθηκε ο νόμος στην επαγγελία, έτσι ώστε με τις καθημερινές μας παραβάσεις του να οδηγηθούμε σε συναίσθηση της ενοχής και της αδυναμίας μας, μέχρι να έλθει ο απόγονος του Αβραάμ, για χάρη του οποίου είχαν δοθεί οι επαγγελίες”. Οπότε εμείς με τη συναίσθηση των αδυναμιών μας ευκολότερα θα εγκολπωνόμασταν τον απόγονο του Αβραάμ, δηλαδή τον Χριστό, διαμέσου του Οποίου μας δίνονται οι ευλογίες. Έτσι ο νόμος είχε προσωρινή ισχύ. Διατάχθηκε με τη μεσολάβηση αγγέλων και δόθηκε με τα χέρια του Μωυσή, ως μεσίτη μεταξύ Θεού και Ιουδαίων)» [Γαλ. 3, 19].

Και πάλι: «οτινες λάβετε τν νόμον ες διαταγς γγέλων, κα οκ φυλάξατε (: εσείς πήρατε τον νόμο τον οποίο διέταξε ο Θεός διαμέσου αγγέλων, και δεν τον τηρήσατε, αλλά τον παραβήκατε)» [Πράξ. 7, 53]. Και παντού λέγει ότι ο νόμος έχει δοθεί μέσω αγγέλων. Μερικοί λοιπόν ισχυρίζονται ότι εννοεί τον Μωυσή. Αλλά αυτό δεν ευσταθεί γιατί εδώ μιλάει για πολλούς αγγέλους. Και αγγέλους εννοεί εδώ εκείνους που βρίσκονται στον ουρανό. Τι λοιπόν μπορούμε να πούμε; Ή τον δεκάλογο εννοεί μόνο (γιατί εκεί ο Μωυσής μιλούσε και ο Θεός απαντούσε), ή ότι ήταν παρόντες άγγελοι που τους πρόσταζε ο Θεός, ή ότι μιλάει έτσι για όλα όσα λέγονται και γίνονται στην Παλαιά Διαθήκη, επειδή συμμετείχαν σε όλα άγγελοι. Πώς όμως αλλού λέγει ότι « νόμος δι Μωϋσέως δόθη (: ο νόμος, που τον παρέβαιναν οι άνθρωποι και για το λόγο αυτό γίνονταν ένοχοι και ανάξιοι να λάβουν τη χάρη της υιοθεσίας, δόθηκε διαμέσου ανθρώπου και δούλου, του Μωυσή)» [Ιω. 1, 17] και εδώ ότι δόθηκε μέσω των αγγέλων. Γιατί λέγει: «κατέβη δ Κύριος π τ ρος τ Σιν π τν κορυφν το ρους ν γνόφῳ (: και ο Κύριος κατέβηκε στο όρος το Σινά στην κορυφή του όρους)» [Έξ. 19, 20].

«Ε γρ  δι᾿ γγέλων λαληθες λόγος γένετο βέβαιος». Τι σημαίνει «βέβαιος»; Αληθινός, όπως θα μπορούσε να πει κανείς, και αξιόπιστος, γιατί στον κατάλληλο καιρό πραγματοποιήθηκαν όλα όσα λέχτηκαν. Ή λοιπόν αυτό εννοεί, ή ότι επικράτησε και οι απειλές πραγματοποιούνταν· ή «λόγο» εννοεί τα προστάγματα. Γιατί οι άγγελοι, αποστελλόμενοι από τον Θεό, πρόσταζαν πολλά έξω από τον μωσαϊκό νόμο· όπως στην περίπτωση του «Κλαυθμώνα» [Κριτ. 2, 1: «Κα νέβη γγελος Κυρίου π Γαλγλ π τν Κλαυθμνα κα π Βαιθλ κα π τν οκον σραλ κα επε πρς ατούς· τάδε λέγει Κύριος· νεβίβασα μς ξ Αγύπτου κα εσήγαγον μς ες τν γν, ν μοσα τος πατράσιν μν, κα επα· ο διασκεδάσω τν διαθήκην μου τν μεθ᾿ μν ες τν αἰῶνα (: Άγγελος Κυρίου ανέβηκε από τα Γάλγαλα σε μια τοποθεσία την οποία ονόμαζαν Κλαυθμώνα και στη Βαιθήλ, όπου κατοικούσαν οι Ισραηλίτες, και είπε σε αυτούς: «Αυτά λέγει ο Κύριος: “Σας έβγαλα ελεύθερους από την Αίγυπτο και σας οδήγησα στη χώρα αυτή, για την οποία ορκίστηκα στους προπάτορές σας και είπα: Ουδέποτε θα αθετήσω τη συμφωνία μου με εσάς”)»], των Κριτών και του Σαμψών. Γι΄αυτό λοιπόν δεν είπε «νόμος», αλλά «λόγος». Και νομίζω πως ίσως το λέγει αυτό για να δηλώσει με αυτό μάλλον τα όσα οικονομήθηκαν μέσω αγγέλων. Τι λοιπόν θα πούμε; Ότι παραβρίσκονταν τότε οι άγγελοι που είχαν αναλάβει το ισραηλιτικό έθνος, και αυτοί έκαναν τις σάλπιγγες και τα άλλα, τη φωτιά, τον γνόφο.

«Και κάθε παράβασή του», λέγει, «και παρακοή τιμωρήθηκε δίκαια με την ανάλογη τιμωρία». Όχι η μία και η άλλη όχι, αλλά κάθε παράβαση και παρακοή. Τίποτε δεν έμεινε χωρίς ανταπόδοση, λέγει, αλλά: «έλαβε δίκαιη ανταπόδοση», αντί να πει «τιμωρία». Και γιατί είπε έτσι; Έτσι συνηθίζει ο Παύλος, να μην κάνει μεγάλη διάκριση στις λέξεις, αλλά αδιάφορα και σε εύφημα πράγματα να χρησιμοποιεί κακόηχη· όπως και αλλού λέγει: «λογισμος καθαιροντες κα πν ψωμα παιρόμενον κατ τς γνώσεως το Θεο, κα αχμαλωτίζοντες πν νόημα ες τν πακον το Χριστοῦ (: και όταν λέω οχυρώματα, δεν εννοώ πύργους ή φρούρια υλικά, αλλά πνευματικά. Δηλαδή ανατρέπουμε συλλογισμούς πονηρούς και κάθε υψηλοφροσύνη που υψώνεται σαν πύργος και εμποδίζει τους ανθρώπους να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό. Ακόμη με τα όπλα μας κατανικούμε σαν άοπλο και παραδομένο αιχμάλωτο κάθε ανθρώπινη επινόηση και σοφιστεία, και οδηγούμε όσους παραπλανώνται από αυτές στο να υπακούσουν στον Χριστό)» [Β’ Κορ. 10, 5].

Και πάλι αλλού ανέφερε την ανταμοιβή αντί για την κόλαση, και εδώ καλεί μισθό την τιμωρία. «Επερ δίκαιον παρ Θενταποδοναι τος θλίβουσιν μς θλψιν (: θα αξιωθείτε πράγματι με τα παθήματα αυτά να κληρονομήσετε τη βασιλεία του Θεού, αφού είναι δίκαιο βέβαια για τον Θεό να ανταποδώσει θλίψη σε όσους σας θλίβουν)» [Β’ Θεσ. 1, 6], λέγει. Δηλαδή δεν χάθηκε η δικαιοσύνη, αλλά την εφάρμοσε ο Θεός και έστρεψε την τιμωρία σε αυτούς που αμάρτησαν. Όμως τα αμαρτήματα δεν γίνονται όλα στα φανερά, εκτός αν παραβιαστούν οι εντολές.

«Πώς λοιπόν εμείς», λέγει, «θα ξεφύγουμε την τιμωρία, εάν αμελήσουμε μια τόσο μεγάλη και σπουδαία σωτηρία;)» [Εβρ. 2, 3]. Με αυτό δήλωσε ότι δεν ήταν μεγάλη εκείνη η σωτηρία. Και σωστά πρόσθεσε και το «τόσο μεγάλη». «Γιατί», λέγει, «δεν θα μας σώσει τώρα από πολέμους, ούτε θα μας δώσει τη γη και τα αγαθά της, αλλά θα καταργηθεί ο θάνατος, θα αφανιστεί ο διάβολος, θα μας δοθεί η βασιλεία των ουρανών, η αιώνια ζωή». Όλα λοιπόν αυτά τα δήλωσε με συντομία λέγοντας: «αν αμελήσουμε για μια τόσο μεγάλη σωτηρία». Στη συνέχεια προσθέτει και το αξιόπιστο: «τις ρχν λαβοσα λαλεσθαι δι το Κυρίου (: τη σωτηρία αυτή δεν μας τη γνωστοποίησαν κάποιοι άγγελοι, όπως έγινε στον νόμο, αλλά αφού άρχισε να την κηρύττει ο ίδιος ο Κύριος)» [Εβρ. 2, 3]. Δηλαδή από την ίδια την πηγή έχει την αρχή της· δεν τη διαβίβασε στη γη άνθρωπος, ούτε κτιστή δύναμη, αλλά ο ίδιος ο Μονογενής.

«π τν κουσάντων ες μς βεβαιώθη (: τη σωτηρία αυτή δεν μας τη γνωστοποίησαν κάποιοι άγγελοι, όπως έγινε στον νόμο, αλλά αφού άρχισε να την κηρύττει ο ίδιος ο Κύριος, μας την παρέδωσαν ως αληθινή και αξιόπιστη οι άγιοι Απόστολοι που την άκουσαν κατευθείαν από το στόμα του Κυρίου)». Τι σημαίνει «βεβαιώθη»; Πιστεύτηκε ή πραγματοποιήθηκε. «Γιατί», λέγει, «έχουμε τον αρραβώνα· δηλαδή δεν έσβησε, δεν έληξε, αλλά εξακολουθεί να ισχύει και να επικρατεί». Και η αιτία είναι η ενέργεια της θείας δύναμης. Τι σημαίνει «π τν κουσάντων»;. Δηλαδή, εκείνοι που την άκουσαν από τον Κύριο, αυτοί μας τη βεβαίωσαν. Αυτό είναι μεγάλο και αξιόπιστο.

Το ίδιο λέγει και ο Λουκάς στην αρχή του Ευαγγελίου: «καθς παρέδοσαν μν ο π᾿ ρχς ατόπται κα πηρέται γενόμενοι το λόγου (: όπως μας τα παρέδωσαν με την προφορική τους διδασκαλία εκείνοι που από την αρχή του μεσσιακού έργου του Σωτήρος έγιναν αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού Χριστού και υπηρέτες του κηρύγματός Του)» [Λουκά 1, 2]. Πώς λοιπόν βεβαιώθηκε; «Και τι γίνεται», αναρωτιέται ίσως κάποιος, «αν τα έπλασαν εκείνοι που τα άκουσαν;» Αναιρώντας λοιπόν αυτό και δείχνοντας πως η χάρη δεν είναι ανθρώπινη, πρόσθεσε: «συνεπιμαρτυροντος το Θεοῦ (: και μαζί με τη μαρτυρία των Αποστόλων πρόσθεσε τη μαρτυρία Του και ο ίδιος ο Θεός)»Αν δηλαδή τα έπλασαν εκείνοι, δεν θα ήταν δυνατό να δώσει μαρτυρία σε αυτούς ο Θεός. Μαρτυρούν δηλαδή εκείνοι, μαρτυρεί όμως και ο Θεός.

Πώς μαρτυρεί ο Θεός; Όχι με λόγο ούτε με φωνή (γιατί ήταν και αυτό αξιόπιστο), αλλά πώς; «Σημείοις τε κα τέρασι κα ποικίλαις δυνάμεσι (: ο Θεός επιβεβαίωνε το κήρυγμα των Αποστόλων με θαύματα και καταπληκτικά έργα και ποικίλες υπερφυσικές δυνάμεις)». Σωστά ανάφερε το «κα ποικίλαις δυνάμεσι (: και ποικίλες υπερφυσικές δυνάμεις)», για να δηλώσει την αφθονία των χαρισμάτων, πράγμα που δεν έγινε στους προηγούμενους, ούτε έγιναν τόσα θαύματα και τόσο διαφορετικά. Δηλαδή δεν πιστέψαμε απλώς σε εκείνους -τους αποστόλους-, αλλά με σημεία και τέρατα. Επομένως, δεν πιστεύουμε σε εκείνους, αλλά στον ίδιο τον Θεό. «κα Πνεύματος γίου μερισμος κατ τν ατο θέλησιν (: και θεία χαρίσματα, τα οποία το Άγιο Πνεύμα διαμοίραζε στους πιστούς σύμφωνα με το θέλημά Του)». Τι λοιπόν σημαίνει αυτό, τη στιγμή που και οι γόητες κάνουν θαύματα και οι Ιουδαίοι έλεγαν ότι με τη δύναμη του Βεελζεβούλ ο Χριστός βγάζει τα δαιμόνια; Αλλά δεν κάνουν τέτοια θαύματα· γι’ αυτό είπε: «κα ποικίλαις δυνάμεσι». Γιατί εκείνα δεν ήταν δύναμη, αλλά αδυναμία και φαντασία και μάταια πράγματα. Γι’ αυτό είπε: «με τον διαμοιρασμό των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος, σύμφωνα με το θέλημά Του».

Εδώ νομίζω πως υπονοεί και κάτι άλλο. Φυσικό δηλαδή ήταν να μην υπήρχαν εκεί πολλοί με χαρίσματα και να είχαν εκλείψει αυτά, επειδή αυτοί έγιναν νωθρότεροι. Για να τους παρηγορήσει και σε αυτό και για να μην τους αφήσει να πέσουν, ανάθεσε τα πάντα στη θέληση του Θεού. «Αυτός», λέγει, «ξέρει τι συμφέρει στον καθένα και έτσι καταμερίζει τη χάρη», πράγμα που κάνει και στην προς Κορινθίους λέγοντας: «νυν δ  Θες θετο τ μέλη ν καστον ατν ν τ σώματι καθς θέλησεν (: τώρα όμως ο Θεός σοφά τοποθέτησε στο σώμα καθένα από τα μέλη ακριβώς όπως θέλησε σύμφωνα με την αγαθότητα και την πανσοφία Του, πάντοτε το συμφέρον και την εξυπηρέτηση ολόκληρου του σώματος)» [:Α’ Κορ. 12, 18], και «κάστ δ δίδοται  φανέρωσις το Πνεύματος πρς τ