26 Μαΐου, 2024

Ελληνορθόδοξη Κοινωνία Προσώπων ΔΙΨΩ

Μακάριοι οι διψώντες και οι πεινώντες την δικαιοσύνην,ότι αυτοί χορτασθήσονται

Ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας (20 Ἰανουαρίου †)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ

Σέ ὁρισμένους μεγάλους ἀσκητές ἡ Ἐκκλησία μας ἔδωσε τόν τίτλο τοῦ μεγάλου, διότι, μέ τήν ξεχωριστή βιωτή τους, ἔγιναν τά πρότυπα τοῦ μοναχισμοῦ. Ἕνας ἀπό αὐτούς ὑπῆρξε καί ὁ ἅγιος Εὐθύμιος ὁ Μέγας, ἀληθινά μεγάλος ἀσκητής καί ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας.

Καταγόταν ἀπό τήν Μελιτηνή τῆς Ἀρμενίας καί γεννήθηκε στά 377, στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Γρατιανοῦ (375-383) ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς, τόν Παῦλο καί τήν Διονυσία. Ἦταν ἄτεκνοι καί ἀπέκτησαν παιδί, ὕστερα ἀπό θερμές προσευχές, τό ὁποῖο ἀφιέρωσαν στό Θεό. Τό ὀνόμασαν Εὐθύμιο, ἀπό τήν εὐθυμία, πού ἔνοιωσαν μέ τή γέννησή του. Ἐμβολίασαν τό νεαρό βλαστάρι τους μέ τήν πίστη στό Θεό καί τοῦ δίδαξαν τήν ἐνάρετη ζωή. Ἀλλά…καί ὁ ἴδιος ὑπῆρξε κυριολεκτικά ἀπό κοιλίας μητρός ἁγιασμένος καί καλεσμένος ἀπό το Θεό νά Τόν δοξάσει μέ τήν ἁγία ζωή του. Ἀπό μικρό παιδί σύχναζε στήν ἐκκλησία, ἄκουγε μέ προσοχή τά ἱερά γράμματα καί δοξολογοῦσε ἀσταμάτητα το Θεό. Αὐτό ἔκανε καί σέ ὅλη τή ζωή του, ἀνέπεμπε ἀέναη δοξολογία στό Θεό.

Σέ ἡλικία τριῶν ἐτῶν πέθανε ὁ πατέρας του καί ἡ χήρα μητέρα του τόν παρέδωσε στόν εὐσεβῆ ἐπίσκοπο Μελιτηνής Εὐτρώιο γιά νά τόν ἀναθρέψει καί νά τόν μεγαλώσει. Μαζί μέ τούς ἀναγνῶστες Ἀκάκιο καί Συνόδιο, πού ἔγιναν ἀργότερα Ἐπίσκοποι Μελιτηνής, τόν ἐκπαίδευσε, τόν χειροτόνησε πρεσβύτερο καί τόν κατέστησε ἔξαρχο τῶν Ἱερῶν Μονῶν τῆς περιοχῆς του.

Στά 406, ὄντας 29 ἐτῶν ἀποφάσισε νά πάει στά Ἱεροσόλυμα νά προσκυνήσει τούς ἁγίους Τόπους, πού πάτησε καί ἔζησε ὁ Σωτῆρας Χριστός. Παράλληλα θέλησε νά γνωρίσει τούς φημισμένους ἁγίους ἀσκητές τῆς Παλαιστίνης καί νά ὠφεληθεῖ πνευματικά ἀπό αὐτούς. Ἀφοῦ περιπλανήθηκε ἀρκετά κατέληξε σέ ἕνα σπήλαιο τῆς Λαύρας Φαράν, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μέ ἕναν ἄλλο φημισμένο ἀσκητή, τόν Θεόκτιστο. Ἐκεῖ ἔζησε πέντε χρόνια, μέ τέλεια ἀκτημοσύνη, ἀσκούμενος στήν ἀρετή καί στήν ἁγιότητα καί ἐργαζόμενος, πλέκοντας ψᾶθες γιά τήν συντήρησή του.

Κατόπιν φύγανε οἱ δύο ἀσκητές καί ἐγκαταστάθηκαν κοντά σέ ἕνα ξεροπόταμο, στήν περιοχή, πού σήμερα ὀνομάζεται Οὐάντι Δαμπόρ, σέ ἀπόκρημνο σπήλαιο. Ἐκεῖ, μέ συνεχῆ προσευχή, νηστεία, ἀγρυπνία καί ποταμούς δακρύων, ὁ Εὐθύμιος καθάρθηκε καί ἔφτασε σέ μεγάλη ὕψη ἁγιότητας. Ἡ φήμη του ἐξαπλώθηκε σέ ὅλη τήν εὐρύτερη περιοχή καί ἔτσι πλῆθος ἀνθρώπων ἔτρεχαν νά πάρουν τήν εὐλογία του καί νά τόν συμβουλευτοῦν. Πολλοί ἔμειναν μαζί του καί ἀποτέλεσαν μιά εὐλογημένη ἀδελφότητα, σέ ἕνα πρότυπο κοινόβιο, τό πρῶτο πού ἱδρύθηκε στήν Παλαιστίνη, μέ ἡγούμενο τόν Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος σύνταξε αὐστηρούς κανόνες, ζητῶντας ἀπό τούς μοναχούς νά τούς ἐφαρμόσουν ἄν ἤθελαν νά προκόψουν πνευματικά. Ὅμως κάποιοι ἀπό τούς μοναχούς, ἀδυνατοῦσαν νά ἐφαρμόσουν αὐτή τήν  αὐστηρότητα καί ἀποφάσισαν νά φύγουν, πρός μεγάλη λύπη τοῦ ἡγουμένου καί τῶν ἄλλων μοναχῶν.

Ὅσοι ἔμειναν μαζί του γεύονταν τούς πνευματικούς καρπούς ἀπό τήν καθοδήγηση τοῦ Εὐθυμίου. Μέ πατρικό φρόνημα τούς νουθετοῦσε καί τούς καθοδηγοῦσε στόν προσωπικό τους ἀγῶνα. Ἀλλά εὐτύχησαν νά γίνουν μάρτυρες ἄπειρων θαυμάτων, πού ἐπιτελοῦσε μέ τη χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κάποτε μέ ἐλάχιστους ἄρτους χόρτασε περισσότερους ἀπό τετρακόσιους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νά τόν ἐπισκεφτοῦν στή Μονή του. Συχνά προσευχόταν καί ἀποκτοῦσαν παιδιά στεῖρες γυναῖκες. Ἄνοιγε συχνά τίς πύλες τοῦ οὐρανοῦ καί ἔβρεχε, σέ καιρούς ἀνομβρίας καί ἔτσι ἡ γῆ ἔδινε πλούσιους τούς καρπούς της σέ ἀνθρώπους καί ζῶα.

Ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα θαύματά του ἦταν ἡ ἴαση ἑνός παράλυτου παιδιοῦ κάποιου Ἄραβα φύλαρχου, τό ὁποῖο ὀνομαζόταν  Τερέβωνας. Ὁ πατέρας του Ἀσπέβετος εἶχε ξοδέψει ὁλόκληρη τήν περιουσία του στούς ὀνομαστούς γιατρούς τῆς περιοχῆς, ἀλλά τό παιδί του δέν ἔβρισκε γιατρειά. Ἕνα βράδυ τό ἄρρωστο παιδί εἶδε στόν ὕπνο του ἕναν μοναχό, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπε: «Ἐγώ εἶμαι ὁ Εὐθύμιος, πού κάθομαι στήν ἔρημο, δέκα μίλια ἀνατολικά τῆς Ἱερουσαλήμ, μέσα στό ξεροπόταμο πού εἶναι νότια ἀπό το δρόμο πού πηγαίνει στήν Ἰεριχώ. Ἄν θέλεις νά θεραπευθεῖς, ἔλα σε μένα κι ὁ Θεός θά σέ γιατρέψει». Τό παιδί διηγήθηκε τό ὄνειρο στόν πατέρα του καί ἐκεῖνος τό πῆγε, μέ τήν πολυπληθῆ συνοδεία του, στή Μονή τοῦ ἁγίου. Μέ θερμή προσευχή ὁ Εὐθύμιος κατόρθωσε νά θεραπεύσει τό παιδί. Ὁ Ἄραβας φύλαρχος καί ἡ συνοδεία του, ζήτησαν νά κατηχηθοῦν καί νά βαπτιστοῦν ἐπί τόπου, μεγάλο γεγονός γιά τόν ἐκχριστιανισμό τῆς ἀραβικῆς χερσονήσου.

Κάποτε ἕνα εὐλαβής μοναχός, ὀνόματι Δομετιανός, κατά τή διάρκεια τῆς Θείας Λειτουργίας, εἶδε νά κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό ἐκτυφλωτικό φῶς καί νά σκεπάζει τόν ἅγιο Εὐθύμιο, ὁ ὁποῖος ἱερουργοῦσε στό Ἱερό Θυσιαστήριο, φανερώνοντας μέ αὐτόν τόν θαυμαστό τρόπο τήν ἁγιότητά του ὁ Θεός.

Ἡ ἁγιότητα τοῦ Εὐθυμίου συνετέλεσε τά μέγιστα γιά τήν μεταστροφή πολλῶν αἱρετικῶν στή σώζουσα ἀληθινή ὀρθόδοξη πίστη, καθ’ ὅτι, στήν εὐρύτερη περιοχή ὑπῆρχαν κοινότητες αἱρετικῶν ΜανιχαίωνΝεστοριανῶν καί Εὐτυχιανῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέρριπταν τήν Γ΄ καί Δ΄ Οἰκουμενικές Συνόδους. Ἀκούγοντας τά κηρύγματα τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου καί αἰσθανόμενοι τήν ἁγιότητά του, ἐγκατέλειπαν τίς πλάνες τους καί ἐπέστρεφαν στήν Ὀρθοδοξία. Μάλιστα ἡ φήμη τοῦ Εὐθυμίου ἔφτασε καί ὡς τά αὐτοκρατορικά ἀνάκτορα. Κατόρθωσε νά συναντήσει τήν αὐτοκράτειρα Εὐδοκία, ἡ ὁποία εἶχε παρασυρθεῖ στήν αἵρεση τοῦ μονοφυσιτισμοῦ. Μετά ἀπό μακρό καί πειστικό διάλογο μαζί της, καί χάρις στήν ἁγιότητά του, τήν μετέστρεψε καί αὐτή στήν ὀρθόδοξη πίστη.

Γράφηκαν πάρα πολλά γιά τόν ὅσιο βίο του. Ἡ φήμη του ἔφτασε σέ ὅλο τόν κόσμο καί μάλιστα τοῦ προσδόθηκε ὁ χαρακτηρισμός: «μέγας φωστῆρας καί ἥλιος τῆς ἐρήμου». Ἡ Ἐκκλησία του προσέδωσε τόν τίτλο τοῦ Μεγάλου, διότι ὄντως ὑπῆρξε μιά μεγάλη ἀσκητική καί ἁγία προσωπικότητα. Ἔφυγε ἀπό τά ἐγκόσμια, σέ ἡλικία 97 ἐτῶν, στίς 20 Ἰανουαρίου τοῦ 473, ἡμέρα Σάββατο. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 20 Ἰανουαρίου καί λογίζεται ὡς ἕνας ἀπό τούς κορυφαίους δασκάλους καί καθοδηγητές τοῦ ὀρθοδόξου μοναχικοῦ ἰδεώδους.

Ἅγιος Μακάριος Αἰγύπτιος: Ὁ Μέγας Ἀσκητής καί Θεολόγος τῆς Ἐκκλησίας (19 Ἰανουαρίου †)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ

Τά συγγραφικά ἔργα τῶν ἀσκητῶν Πατέρων συγκαταλέγονται στά σπουδαιότερα κεφάλαια τῆς χριστιανικῆς γραμματείας. Μέ τήν ἄσκηση, τήν προσευχή, τήν νηστεία καί τήν συνεχῆ προσωπική κάθαρση, ὑπερέβησαν τήν πτωτική κατάσταση τῆς φύσεώς τους, καθαρίστηκαν, φωτίστηκαν καί ἁγιάστηκαν. Γι’ αὐτό καί κληροδότησαν στήν Ἐκκλησία ἄφθαστα συγγράμματα σοφίας καί πνευματικότητας, ἀσφαλεῖς ὁδηγούς γιά τούς πιστούς ὅλων τῶν ἐποχῶν. Ἕνας ἀπό αὐτούς ὑπῆρξε ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, μιά μεγάλη ἀσκητική καί πνευματική μορφή, ὁ χαρακτηριζόμενος Μέγας, γιά τά περισπούδαστα συγγράμματά του.

Γεννήθηκε στήν Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου τό ἔτος 301, ἀπό…εὐσεβῆ οἰκογένεια, ἡ ὁποία τόν ἀνάθρεψε μέ εὐσέβεια καί τοῦ πρόσφερε ἱκανή παιδεία, ὥστε ἀπό τή  νεανική του ἡλικία διαφάνηκε ἡ ἁγιότητά του καί ἡ λαμπρή πνευματική του πορεία, μάλιστα κάποιοι τόν ἀποκαλοῦσαν «παιδαριογέροντα». Ἀγαποῦσε τήν ἀρετή καί μισοῦσε τήν ἁμαρτία καί γι’ αὐτό κατόρθωσε νά ἔχει ἄμεμπτο νεανικό βίο. Ἀπό μικρός ποθοῦσε τήν μοναχική καί ἀσκητική ζωή. Ἔτσι ὅταν ἔγινε τριάντα ἐτῶν ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο τῆς Νιτρίας, τήν μεγάλη αὐτή κοιτίδα τοῦ αἰγυπτιακοῦ μοναχισμοῦ, γιά νά περάσει τόν ὑπόλοιπο βίο του μέ ἄσκηση, προσευχή, μελέτη τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν.

Ἔμεινε στήν ἔρημο περισσότερο ἀπό ἑξῆντα χρόνια καί ἀπέκτησε μεγάλη φήμη γιά τήν ἁγιότητά του καί τή σοφία του. Σέ ἡλικία σαράντα ἐτῶν ἀξιώθηκε νά χειροτονηθεῖ πρεσβύτερος, ὅπου ὑπηρέτησε ὡς λειτουργός τῶν κελιῶν τῆς περιοχῆς. Ὑπῆρξε δέ γιά μεγάλο διάστημα μαθητής τοῦ Μ. Ἀντωνίου, τοῦ «καθηγητῆ τῆς ἐρήμου», ἀπό τόν ὁποῖο διδάχτηκε τόν πόλεμο κατά τῶν παθῶν καί τήν ἀκρίβεια τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς. Προσευχόταν ἀδιάκοπα καί ταυτόχρονα ἐργαζόταν τό ἐργόχειρό του, ὥστε ὁ διάβολος δέν τόν ἔβρισκε ποτέ εὔκαιρο καί «ἀργόσχολο», γιά νά τόν πειράξει καί νά τόν προσβάλει. Ἀγρυπνοῦσε καί τρέφονταν μέ ἐλάχιστη τροφή, ἀπό μουσκεμένα ὄσπρια καί χόρτα τῆς ἐρήμου. Χάρις στήν πνευματική του προκοπή καί τήν ἁγιότητά του ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος τῆς θεραπείας. Γι’ αὐτό καί ἔτρεχε πληθώρα ἀναξιοπαθούντων καί ἀσθενῶν ἀνθρώπων στό ἀσκητήριό του γιά νά λάβουν βοήθεια καί θεραπεία. Ἐπίσης ὁ Θεός τόν ἀντάμειψε καί μέ τό χάρισμα τῆς προφητείας.

Γιά μεγαλύτερη ἡσυχία καί νά μένει ἀπερίσπαστος στόν  πνευματικό του ἀγῶνα, ἀποφεύγοντας τούς πολυάριθμους ἐπισκέπτες του, ἔσκαψε ὁ ἴδιος μιά μυστική ὑπόγεια στοά, κάτω ἀπό τό κελί του. Ἡ στοά ὁδηγοῦσε σέ μιά σπηλιά, τήν ὁποία εἶχε διαμορφώσει σέ μυστικό κελί. Ἔτσι ὅταν αἰσθανόταν τήν ἀνάγκη τῆς ἀπομόνωσης καί νά μήν τόν ἐνοχλοῦν οἱ πολυάριθμοι ἐπισκέπτες του, κατέβαινε στήν στοά καί κρύβονταν στό σπήλαιο γιά νά μήν μπορεῖ νά τόν βρεῖ κανείς, κάνοντας ἀπερίσπαστος τόν πνευματικό του ἀγῶνα.

Ὅσο περνοῦσαν τά χρόνια ἀνέρχονταν σέ ἀνώτερες πνευματικές καταστάσεις καί ἀναδεικνύονταν ἡ ἁγιότητά του. Μάλιστα τόν θαύμαζε γιά τίς ἀρετές του καί ὁ ἴδιος ὁ δάσκαλός του ὁ Μ. Ἀντώνιος, στόν ὁποῖο κάποτε εἶπε: «Ἰδού, ἐπαναπαύθηκε ἐπί σέ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί στό ἑξῆς θά εἶσαι κληρονόμος τῶν ἀγώνων μου».

Ἀλλά ὁ διάβολος, ὁ ὁποῖος λυσσομανοῦσε γιά τήν πνευματική πρόοδο τοῦ ἁγίου ἀσκητῆ, κατόρθωσε κάποτε νά τόν πειράξει μέ τόν πειρασμό τῆς πορνείας. Ἐκεῖνος μόλις ἀντιλήφτηκε τήν παγίδα τοῦ πονηροῦ, ἐγκατέλειψε ἀμέσως τό κελί του καί κατέφυγε σέ ἄλλο τόπο, ἀπόλυτα ἀφιλόξενο καί σκληρό, μιά ἔρημη καί ἑλώδη περιοχή, ὅπου ἔμεινε ἀγωνιζόμενος κατά τοῦ δαιμονικοῦ πάθους ἕξι μῆνες. Ἐκεῖ τόν βασάνιζαν φρικτά τά πολυάριθμα σμήνη κουνουπιῶν καί σφηκῶν, τά ὁποῖα μέ τά

τσιμπήματα τούς καταπλήγωνα ὅλο τό σῶμα του. Τό μαρτύριο αὐτό ἦταν τρομερό. Ὅταν εἶχε γυρίσει ξανά στό κελί του, οἱ περίοικοι ἀσκητές δέν μπόρεσαν νά τόν ἀναγνωρίσουν, ἀπό τίς πληγές καί τήν παραμόρφωση τοῦ σκελετωμένου σώματός του καί μόνο ἀπό τή φωνή του κατάλαβαν ὅτι ἦταν ὁ Μακάριος!

Ὁ ἅγιος ἀσκητής εἶχε ἀποκτήσει καί μιά ἄλλη μεγάλη ἀρετή, τῆς ἱερᾶς μιμήσεως. Κάθε φορά πού ἀντιλαμβάνονταν ὅτι κάποιος ἀποκτοῦσε κάποια ἀρετή, παρακινοῦνταν ἀπό ἱερό ζῆλο καί ἤθελε νά τόν μιμηθεῖ, νά προσπαθήσει καί αὐτός νά ἐπιτελέσει αὐτό τό ἀγώνισμα.  Ἔτσι ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι οἱ μοναχοί τῆς νήσου τοῦ Νείλου Ταβεννήσου, καθ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς δέν ἔτρωγαν μαγειρεμένο φαγητό, ἀλλά ὠμά ὄσπρια, πῆρε τή μεγάλη ἀπόφαση νά μήν φάει μαγειρεμένο φαγητό γιά ἑπτά ὁλόκληρα χρόνια! Τρέφονταν μέ ὠμά λάχανα καί ὄσπρια.

Ἐπίσης παροιμιώδης ὑπῆρξε ἡ ὀλιγάρκεια τοῦ ὕπνου του. Γιά νά καταπολεμήσει τήν νύστα δέν κοιμήθηκε γιά εἴκοσι χρόνια κάτω ἀπό στέγη, μέ ἀποτέλεσμα νά φλέγεται ἀνελέητα τήν ἡμέρα ἀπό τόν καυτό ἥλιο καί ξεπαγιάζει τά βράδια ἀπό τό δριμύ ψῦχος τῆς αἰγυπτιακῆς ἐρήμου.

Λέγεται πώς κάποια μέρα πού καθόταν καί δίδασκε στούς μαθητές καί ἐπισκέπτες του ὠφέλιμους πνευματικούς λόγους, εἶδαν ξαφνικά μιά ὕαινα νά φέρνει στό στόμα της τό νεογνό της, τό ὁποῖο εἶχε γεννηθεῖ τυφλό. Τό ἄγριο καί αἱμοβόρο ζῶο πλησίασε τόν ἅγιο ἀσκητή καί ἀπίθωσε τό ἄρρωστο νεογνό του στά πόδια του. Τότε ὁ Μακάριος τό πῆρε στά χέρια του, ἔφτυσε τά μάτια του καί τοῦ χάρισε τό φώς του! Ἡ ἄγρια ὕαινα πῆρε τό μωρό της καί γεμάτη χαρά ἔφυγε τρέχοντας πρός τήν ἔρημο, πρός μεγάλη ἔκπληξη τῶν παρόντων στό θαῦμα. Τότε ἐκεῖνος τούς ἐξήγησε πώς τά πάντα, ὅπως καί τά ζῶα, εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καί χρήζουν τῆς συμπάθειάς μας καί τῆς φροντίδας μας. Ὁ ἄνθρωπος, ὡς ἡ κορωνίδα τῆς θείας δημιουργίας καί μετέχων ταυτόχρονα τοῦ θείου καί τοῦ κόσμου, ἦταν ὁ σύνδεσμος αὐτοῦ μέ το Θεό καί ἡ δίοδος τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Ὅμως μετά τήν πτώση του ἔχασε αὐτή τήν λειτουργία καί γι’ αὐτό ὑποφέρει μαζί του καί ὁλόκληρη ἡ ὑλική κτίση.

Ὑπάρχει καί ἕνα ἄλλο διδακτικό περιστατικό ἀπό τή ζωή τοῦ μεγάλου ἀσκητοῦ. Κάποτε περπατοῦσε στήν ἔρημο, συλλογιζόμενος γιά τήν κατάσταση τῶν ψυχῶν στήν ἄλλη ζωή. Ξαφνικά βρῆκε ἕνα ἀνθρώπινο κρανίο, τό ὁποῖο πῆρε στά χέρια του καί τό ρώτησε σέ ποιόν ἀνήκει. Ἐκεῖνο τοῦ ἀπάντησε ὅτι ἀνήκει σέ ἱερέα τῶν εἰδώλων καί μάγο καί τόν παρακάλεσε νά προσεύχεται γιά ἐκεῖνον γιά τήν ἀνακούφιση τῆς ψυχῆς του, πού βρισκόταν στήν κόλαση, ἀποδεικνύοντας τήν  ὀρθότητα τῆς Ἐκκλησίας μας νά δέεται ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων, πρακτική πού ἀρνοῦνται οἱ πλανεμένοι αἱρετικοί.

Ὅμως ὁ μεγάλος ἀσκητής ἔμελλε στά βαθειά του γεράματα νά πιεῖ τό πικρό ποτήρι τῶν διώξεων. Στά χρόνια του ἡ Ἐκκλησία συνταράζονταν ἀπό τή φοβερή ἀρειανική αἵρεση. Οἱ αἱρετικοί ἀρειανοί, μέ τήν στήριξη τῆς Πολιτείας εἶχαν ἀνεβάσει στούς θρόνους τῶν περισσότερων Ἐπισκοπῶν ὁμόφρονές τους Ἐπισκόπους, οἱ ὁποῖοι καταδίωκαν μέ δαιμονική μανία τούς ὀρθοδόξους. Ἔτσι ὁ ἀρειανός Ἐπίσκοπος Ἀλεξανδρείας Λούκιος ἔβαλε ὡς στόχο του τόν Μακάριο, ὁ ὁποῖος μάχονταν τή φοβερή καί βλάσφημη αἵρεση καί διαφώτιζε τούς μαθητές καί ἐπισκέπτες του. Γι’ αὐτό καί τόν ἐξόρισε σέ μιά ἐρημική καί ἀπομονωμένη νησῖδα τοῦ Νείλου, νά μή μπορεῖ νά ἔχει ἐπαφῆ μέ κανέναν.

Ὁ Μακάριος ὑπῆρξε καί αὐτός στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς μόνης σώζουσας πίστεως. Θεωροῦσε τήν αἵρεση ὡς χείριστη δαιμονική παγίδα καί πλάνη, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τόν πλανεμένο στήν καταστροφή. Κάποτε τόν εἶχε ἐπισκεφτεῖ ἕνας αἱρετικός, ὁ ὁποῖος τόν προκαλοῦσε, ὑποστηρίζοντας ὅτι δέν ὑπάρχει ἀνάσταση νεκρῶν. Ἐν τῷ

μεταξύ εἶχε πεθάνει ἕνας μοναχός καί ὁ ἅγιος, ὕστερα ἀπό θερμή προσευχή τόν ἀνέστησε, πρός καταισχύνη  τοῦ αἱρετικοῦ. Δίδασκε πώς ὑπάρχουν δύο τάξεις δαιμόνων, ἡ μία παρασύρει τούς ἀνθρώπους σέ ἀκατανόμαστα καί τερατώδη πάθη, ἀτιμίες καί ἁμαρτήματα καί ἡ ἄλλη, χειρότερη τῆς πρώτης, ἔχει ὡς ἔργο νά παρασύρει τούς ἀνθρώπους στίς πλάνες καί αἱρέσεις. Αὐτή τή δαιμονική ὁμάδα στέλνει ὁ Σατανᾶς στούς μάγους καί στούς αἰρεσιάρχες.

Στό ἐρημικό ἐκεῖνο νησί τοῦ μεγάλου ποταμοῦ κοιμήθηκε εἰρηνικά, σέ ἡλικία ἐνενῆντα ἐτῶν, τό ἔτος 391. Ἡ μνήμη του τιμᾶται στίς 19 Ἰανουαρίου.

Ὁ ἅγιος Μακάριος ἀνήκει στούς μεγάλους νηπτικούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας καί τούς στοχαστές. Μᾶς διασώθηκε ἕνα σημαντικό μέρος τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου, τό ὁποῖο τόν κατατάσσει στούς πλέον βαθυστόχαστους θεολόγους, παρά τό γεγονός ὅτι κάποιοι ἀμφισβητοῦν τή γνησιότητα τῶν συγγραμμάτων. Σύγχρονος ἑρμηνευτής του ὑπῆρξε ὁ νεοφανής ἅγιος τῆς Σερβικῆς Ἐκκλησίας καί μέγιστος θεολόγος τοῦ 20ου αἰῶνος, ὅσιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς, τοῦ ὁποίου ἡ διδακτορική διατριβή εἶχε τίτλο: «Τό πρόβλημα τοῦ προσώπου καί τῆς γνώσεως κατά τόν ἅγιο Μακάριο τόν Αἰγύπτιο». Σέ αὐτό ὁ μεγάλος σύγχρονος θεολόγος ἀναλύει σέ βάθος τήν ὑψηλή θεολογία τοῦ μεγάλου διδασκάλου τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας.