Αἱ εὐεργετικαί θλίψεις

Αἱ εὐεργετικαί θλίψεις
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἐναλλαγὲς στὴ ζωή του. Ἄλλοτε χαίρεται, γιατὶ ὅλα βαίνουν καλῶς στὴ ζωή του. Σκέπτεται, εὐχαριστεῖται καὶ ξεχνάει ὅτι ὁ οὐρανὸς δὲν εἶναι πάντα καθαρὸς καὶ διαυγής. Καὶ ἄλλοτε τὴ χαρὰ τὴ διαδέχεται ἡ θλίψη, ὅταν παρουσιάζονται ἐμπόδια στὴ ζωή του, ὅπως εἶναι οἱ ἀσθένειες, οἱ ἀποτυχίες, οἱ ἀδικίες, οἱ διωγμοί, οἱ συκοφαντίες καὶ πλῆθος ἄλλων δυσάρεστων γεγονότων.
Στὴν πρώτη περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει προβληματισμούς, τὴ χαρά του τὴν ἀποδίδει στὶς ἱκανότητές του καὶ τὶς ἐπιτυχίες του. Φρονεῖ ὅτι εἶναι ἀνώτερος, ἰσχυρός, ταλαντοῦχος καὶ μοναδικός. Τοῦ δημιουργεῖται ἡ ἰδέα ὅτι δὲν εἶναι σὰν τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Γίνεται ὑπερήφανος, ἀρνεῖται τὴν ὑποταγή του στὸ Θεό, θεωρεῖ τὶς ἠθικές ἀξίες ἐμπόδια στὴ ζωή, ποὺ ἀφαιροῦν τὴ χαρὰ καὶ τὶς ἡδονὲς ἀπὸ τὴν ἱκανοποίηση τῶν παθῶν. Τὸν ἄνθρωπο αὐτὸν εἶναι δύσκολο νὰ τὸν προσεγγίσεις καὶ νὰ τὸν πείσεις νὰ ἀναθεωρήσει τὶς ἐσφαλμένες του ἀπόψεις γιὰ τὴν εὐτυχία.
Ὅμως στὴ ζωὴ ἔρχονται καὶ οἱ θλίψεις, γιά τὶς ὁποῖες ὁ «εὐτυχισμένος» ἄνθρωπος δυσανασχετεῖ, ἀμφισβητεῖ τὴ χρησιμότητά τους καὶ ἀπελπίζεται, γιατὶ καὶ αὐτὸς ἀκολουθεῖ τὴν πορεία ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ποτὲ δὲν εἶχε σκεφθεῖ μέχρι τότε ὅτι ὑπάρχει τὸ ἐνδεχόμενο οἱ θλίψεις νὰ διαδε-χθοῦν τὴν εὐτυχία του. Προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσει τὴ μεταβολή, τὴν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἀποφύγει καὶ ἀρχίζει νὰ σκέπτεται διαφορετικὰ καὶ νὰ διερωτᾶται, γιατὶ νὰ συμβαίνουν τὰ δυσάρεστα στὴ ζωή του. Γιατί ὁ Θεὸς τὸν ἀδικεῖ καὶ ἐπιτρέπει τὴ δυστυχία του. Ἡ ἀγανάκτησή του γιὰ τὶς θλίψεις ποὺ βιώνει περιορίζει τὴ μεγάλη ἰδέα ποὺ εἶχε γιὰ τὸν ἑαυτό του, γεγονὸς ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν καλὴ ἀνησυχία καὶ νὰ δεχθεῖ ὅτι ὁ οὐράνιος Πατέρας μεριμνᾶ καὶ γι’ αὐτὸν μέσῳ τῶν θλίψεων.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, ὁ ὁποῖος εἶχε στηρίξει πνευματικὰ χιλιάδες ἀνθρώπους, ἀναφερόταν συχνὰ στὸ σκοπὸ τῶν θλίψεων, ποὺ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς στὴ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἔλεγε: «Ὅλες οἱ θλίψεις, οἱ ἀρρώστιες, τὰ βάσανα, οἱ στερήσεις ἐπιτρέπονται ἀπὸ τὸν Θεὸ, γιὰ νὰ βγάλουμε ἀπὸ μέσα μας τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ βάλουμε στὴ θέση της τὴν ἀρετή. Γιὰ νὰ μάθουμε ἐκ πείρας πόσο ἄσχημο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ νὰ τὴν μισήσουμε. Γιὰ νὰ μάθουμε, πάλι ἐκ πείρας, τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀρετῆς καὶ νὰ τὴν ἀγαπήσουμε μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι». Καὶ παρομοιάζει τὶς θλίψεις μὲ μεγάλο σχολεῖο, «γιατί μᾶς διδάσκουν τὴν μηδαμινότητα καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Μᾶς ἐμπνέουν τὴ μετάνοια. Καθαρίζουν τὴν ψυχή, τὴν κάνουν νὰ ἀνανήψει, τὴν χαριτώνουν. Μᾶς ἀποσποῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ μᾶς ἐνισχύουν στὴν πίστη, στὴν ἐλπίδα, στὴν ἀρετή».
Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ ἀποδεχτεῖ τὰ ὅσα ὑποστηρίζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης, θὰ ἀποκτήσει τὸν τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν θλίψεων τῆς ζωῆς καὶ ἀντὶ νὰ ἀγανακτεῖ, θὰ δοξάζει τὸ Θεό, γιατί οἱ θλίψεις τὸν ὠφελοῦν πνευματικὰ καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὸ φωτεινὸ δρόμο τῆς τήρησης τῶν ἐντολῶν, ἀποκαλύπτοντάς του τὴν ἀπέραντη φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία καὶ στὴν παροῦσα ζωή του εἶναι ἐμφανής, ἀλλὰ καὶ τὴ μακαριότητα τῆς μέλλουσας τοῦ ἐξασφαλίζει.
No responses yet