Latest Comments

Από πόρνη, μοναχή!

Η Λουλουδιά ήταν πανέμορφη. Δεν είχε μόνο όμορφη όψη, είχε και ψυχή σαν λουλούδι. Μα, τα λουλούδια για ν’ ανθίσουν και να ευωδιάσουν θέλουν νεράκι και αγάπη.

Και η ζωή της Λουλουδιάς δεν είχε τίποτα από τα δύο. Άνυδρη ήταν. Σκληρή, δίχως αγάπη ήταν η παιδική της ηλικία. Έτσι, πριν προλάβει να μοσχοβολήσει ο κήπος της ψυχής της, πόδια βρώμικα πάτησαν τα λουλούδια της και χέρια βέβηλα έκοψαν τα άνθη της. Και η Λουλουδιά βρέθηκε στο άνθος της ηλικίας της βουτηγμένη στον βούρκο.

Τότε ήταν που τη γνώρισε «τυχαία» μια κατηχήτρια, μια κοπέλα με φόβο Θεού και αγάπη απέραντη στον συνάνθρωπο. Κάτω από τη λασπωμένη επιφάνεια διέκρινε μια ψυχή που ακόμα δεν είχε σκληρύνει, μια καρδιά που έψαχνε απεγνωσμένα ένα διέξοδο, ένα φως. Πώς, όμως; Πώς να ξεκινήσει μια νέα ζωή; Ποιά πόρτα να χτυπήσει και να γυρέψει δουλειά; Και τί ν’ αποκρηθεί σάν τη ρωτήσουν «Πού αλλού έχεις δουλέψει;». Στα λόγια όλα είναι εύκολα. Όταν, όμως, θές να τα κάνεις πράξη –και μάλιστα στην κοινωνία μιας μικρής πόλης, όπως ήταν τότε η Πάτρα$^4$$^9$, που όλα μαθαίνονται κι όλα βγαίνουν στο φως– δεν είναι καθόλου εύκολο.

«Γέροντα, τό και τό» είπε με αγωνία η κοπέλα τα καθέκαστα στον γέροντα Γερβάσιο. Ράγισε η καρδιά του σοφοῦ κι ἐνάρετου κληρικοῦ. Τοῦ πνευματικοῦ χιλιάδων ἀνθρώπων, ποὺ ἀκουμποῦσαν μὲ ἐμπιστοσύνη τὰ βάσανα, τοὺς καημούς, μὰ προπάντων τὶς ἀστοχίες καὶ τὰ παραπατήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς στὸ πετραχήλι του.

«Παιδί μου, ποιός ξέρει πῶς ἔφτασε ἡ δύστυχη αὐτὴ κοπέλα ἔτσι. Ἄς μὴ βιαζόμαστε νὰ βγάλουμε συμπεράσματα. Ἄν ἦταν αὐτὴ ποὺ ἦταν ἡ Σαμαρείτιδα, πίσω ἀπ’ αὐτὴν ὑπῆρχε κάποιος ἄνδρας ποὺ τὴν κατάντησε ἔτσι. Δὲν εἶναι, ὅμως, εὔκολο νὰ ξεφύγει μιὰ ψυχὴ ἀπὸ μιὰ τέτοια ζωή. Γι’ αὐτὸ θέλει συμπαράσταση καὶ διάκριση. Νὰ τὴ βοηθήσουμε ὅσο μποροῦμε καὶ νὰ τὴν ἀποθέσουμε –μὲ τὴν προσευχή μας– στὰ πόδια τοῦ Κυρίου μας».

Τὸ σχέδιο τέθηκε εὐθὺς σὲ ἐφαρμογή. Πύρινες ὑψώθηκαν οἱ προσευχὲς στὸ θρονὶ τῆς Μάνας Παναγιᾶς, στὸν Υἱό της καὶ Κύριο, στοὺς ἁγίους, νὰ τρέξουν καὶ νὰ γλιτώσουν τὴν ψυχούλα τῆς Λουλουδιᾶς ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ θηρίου. Μαζὶ μὲ τὶς προσευχὲς φτιάχτηκε κι ἕνα δεματάκι μὲ ροῦχα καὶ παπούτσια καὶ στάλθηκε μὲ τὴν κατηχήτρια καὶ μιὰ φίλη της στὴ Λουλουδιά. Μέσα στὸ δέμα ὑπῆρχε κι ἕνας φάκελος μὲ χρήματα. Ἔμεινε ἄφωνη ἡ Λουλουδιά σὰν ἄνοιξε τὸ δέμα. Ὑπάρχουν τέτοιοι ἄνθρωποι;, σκέφτηκε καὶ τὰ μάτια της πλημμύρισαν δάκρυα.

Οἱ κατηχήτριες ἦρθαν ξανὰ καὶ ξανὰ στὴ Λουλουδιά. Πάντα μὲ δῶρα, διάκριση καὶ πολλὴ προσευχή. «Σοῦ τὰ στέλνει ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος» τῆς εἶπαν πονετικά. «Νὰ πάω νὰ τὸν δῶ, νὰ τὸν εὐχαριστήσω!» εἶπε μὲ ἐνθουσιασμὸ ἐκείνη.
Ἕνα βραδάκι, στὸ τέλος μιᾶς κουραστικῆς μέρας, μετὰ ἀπὸ δεκάδες ἀνθρώπους, εὐσεβεῖς κυρίες καὶ ἀγνὰ παιδάκια,διάβηκε τὸ ἐξομολογητήρι τοῦ Γέροντα μιὰ κοπέλα μὲ παράξενο ντύσιμο. Εἶχε σκυφτὸ κεφάλι καὶ οἱ κινήσεις της ἦταν διστακτικές. «Κι ἂν κάποιος σὲ ἀναγνωρίσει;» τῆς ψιθύριζε στὸ αὐτὶ ὁ μισόκαλος. «Κι ἂν σοῦ ποῦν “τί δουλειὰ ἔχεις,ἐσύ, μιὰ πόρνη, στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ;”». Ἦταν τόσο πύρινη ἡ προσευχὴ τοῦ Γέροντα, ὅμως, ὅλον αὐτὸν τὸν καιρό, ποὺ ἡ λαχτάρα της νὰ πάει, ἀποδίωξε ὅλες τις μαῦρες σκέψεις.

Ὅταν σηκώθηκε κι ἀσπάστηκε τό πετραχήλι, ἔνιωσε κάτι πρωτόγνωρο. Κάτι θεϊκό, κάτι παραδεισένιο. Ὅταν τῆς εἶπε ὁ παππούλης “στό καλό”, αἰσθάνθηκε σάν νά τήν ἔστελνε στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ! Ὕστερα ἀπό λίγες μέρες πῆγε ξανά. Πῆγε κι ἄλλες, πολλές φορές. Ὁ ἅγιος Γέροντας μέ πολλή ἀγάπη, ὑπομονή καί διάκριση ἔβλεπε τίς πληγές πού πυορροοῦσαν μέσα της κι ἔπλυνε μέ ἁπαλές κινήσεις τό νυστέρι γιά νά ἀπομακρύνει τό σάπιο μέρος. Ἡ Λουλουδιά μέρα μέ τή μέρα ἄνθιζε καί μοσχοβολοῦσε. Διέγραψε μέ μιά μονοκοντυλιά ὅλο τό παρελθόν, ἄρχισε μιά νέα ζωή. Μέ πολύ κόπο καί θυσίες ἐκ μέρους τοῦ Γέροντα.

Μερικά χρόνια ἀργότερα ἡ Λουλουδιά στεκόταν γονατιστή μπρός στήν Ὡραία Πύλη, ἀνυπόδητη, μέ τά ὄμορφα μακριά μαλλιά της λυτά καί ἄκουγε συγκινημένη ἀπό τό στόμα τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς: “…Κύριε, ὁ Θεός ἡμῶν, ἡ ἐλπίς καί καταφυγή πάντων τῶν ἐλπιζόντων ἐπί σέ, ὁ διαφόρους ὁδούς σωτηρίας ἡμῖν ὑποδείξας, διά τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ σου πρόσδεξαι τὴν δούλην σου…, τὴν ἀπολιποῦσαν τὰς κοσμικὰς ἐπιθυμίας, καὶ ἑαυτὴν προσενέγκασαν σοὶ τῷ Δεσπότῃ, θυσίαν ζῶσαν, εὐάρεστον…»


Από το Συναξάρι Σύγχρονων Γερόντων (εκδόσεις ΕΑΡ)


Ἅγιος Γερβάσιος τῶν Πατρῶν

Ὁ ἅγιος Γερβάσιος –κατὰ κόσμον Γεώργιος Παρασκευόπουλος– γεννήθηκε στὴ Γρανίτσα (σημερινὴ Νυμφασία) Ἀρκαδίας τὸ 1877. Ἔμεινε ὀρφανὸς σὲ ἡλικία τριῶν ἐτῶν καὶ ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ τὴ μητριά του. Ἀγαποῦσε πολὺ τὰ γράμματα, γι’ αὐτὸ ὅταν τελείωσε τὸ Δημοτικό, θέλησε νὰ πάει στὸ Μοναστήρι Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Κερνίτσας, γιὰ νὰ συνεχίσει στὸ Σχολαρχεῖο. Ἐκεῖ βλέποντας τὶς τοιχογραφίες τῶν ἁγίων στὸν ναό, εὐχήθηκε κάποτε νὰ κολλήσει κι ἐκεῖνος στὸν τοῖχο καὶ νὰ γίνει ἅγιος.

Μετὰ ἀπὸ τρία χρόνια ἀναγκάστηκε νὰ φύγει καὶ ὕστερα ἀπὸ πολλὲς περιπέτειες ἐγκαταστάθηκε στὴ Μονὴ Γηροκομείου τῆς Πάτρας καὶ ἐκάρη μοναχός. Μὲ προτροπὴ τοῦ ἁγίου Νεκταρίου τελείωσε τὸ Σχολαρχεῖο καὶ ἀφοῦ τελείωσε καὶ τὸ Γυμνάσιο, συνέχισε στὴ Ριζάρειο Σχολή, ὅπου διευθυντὴς ἦταν τότε ὁ ἅγιος Νεκτάριος.

Εἰσήχθη στὴ Θεολογικὴ Σχολὴ Ἀθηνῶν, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀποφοίτησε μὲ ἄριστα. Μετὰ τὴ διακονία του ὡς στρατιωτικὸς ἱερέας στοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους ἐπανῆλθε στὴν Πάτρα. Ὡς ἐφημέριος τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Πατρῶν, ἀνέπτυξε πλούσια φιλανθρωπική, κηρυκτικὴ καὶ λειτουργικὴ δράση. Ἦταν ὁ πρῶτος στὴν Ἑλλάδα ποὺ ἵδρυσε ἐνοριακὸ κατηχητικὸ σχολεῖο, μὲ συμμετοχὴ χιλιάδων μαθητῶν, καθὼς καὶ ἐνοριακὸ νηπιαγωγεῖο.

Ἀγάπησε ἰδιαίτερα τοὺς πρόσφυγες, τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς φυλακισμένους. Ἵδρυσε σχολὴ βιοτεχνίας καὶ χειροτεχνίας, νυχτερινὸ σχολεῖο ἀναλφάβητων καὶ ἄλλες σημαντικὲς δομὲς προσφορᾶς. Ἡ δράση του, ὅμως, ἐνόχλησε, καὶ μὲ συκοφαντίες κατάφεραν κάποιοι νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τὸ Συνοδικὸ Δικαστήριο σὲ ἀργία ἕξι μηνῶν. Τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ θαυμαστὴ ἀνεξικακία καὶ ὑπομονή. Σύντομα ἀναγνωρίστηκε ἡ ἀθωότητά του καὶ ἀποκαταστάθηκε.

Ὑπηρέτησε ὡς πρωτοσύγκελλος στὴν Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν. Μετὰ τὴν ἐξορία τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Χρυσάνθου ἐπέστρεψε στὴν Πάτρα καὶ συνέχισε ἀκαταπόνητα τὸ πνευματικό του ἔργο. Ἐκοιμήθη στὴν ἀγαπημένη του κατασκήνωση γιὰ τὰ παιδιά, στὶς 30 Ἰουνίου 1964. Κατὰ τὴν ἐξόδιο ἀκολουθία χιλιάδες φωνὲς ἀκούστηκαν νὰ φωνάζουν: «Ἅγιος! Ἅγιος!»

Tags:

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *