«…καί ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι’ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιόν Ἄνακτα…»
(…καί κρατώντας τό θεοδρόμο ἀστέρι οἱ ἐκ Περσίδος Μάγοι σάν λυχνάρι, μέσω αὐτοῦ ζητοῦσαν νά μάθουν γιά τόν ἰσχυρό Βασιλιά, τόν Μεσσία τοῦ κόσμου…). Ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τοῦ Ἀκαθίστου χρησιμοποιεῖ μία ἀφθάστου ποητικῆς ἔμπνευσης εἰκόνα προκειμένου νά περιγράψει τήν καθοδήγηση τῶν Μάγων ἀπό τό ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, ὥστε νά προσκυνήσουν αὐτοί τόν νεογέννητο Βασιλιά τοῦ κόσμου, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Πῆραν τό ἀστέρι σάν λυχνάρι στόν δρόμο τους, λέει, καί ἔτσι μέ τό φῶς ἐκείνου ἔφθασαν τόν ἄφθαστο ἐν σαρκί Θεό.
1. Εἶναι περιττό νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι τό ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, τό ὁποῖο προκάλεσε ἀλλά καί προκαλεῖ μέχρι σήμερα ποικίλες ἀφορμές ἔρευνας καί ἐνασχόλησης ἀπό τούς ἀστρονόμους, εἶναι ἕνα φαινόμενο τό ὁποῖο ὑπέρκειται, κατά τούς ἁγίους Πατέρες μας, τῆς ἁπλῆς φυσικῆς πραγματικότητας. Χωρίς νά θέλουμε νά ὑποβαθμίσουμε τήν ὅποια φυσική καί ὑλική διάστασή του – καί ἡ ὕλη καί ἡ φύση, τοῦ Θεοῦ εἶναι, συνεπῶς καί μέσα ἀπό αὐτή σ’ Ἐκεῖνον ἀναγόμαστε καί Ἐκεῖνον δοξολογοῦμε – εἶναι προτιμότερο νά ἀκολουθήσουμε αὐτό πού κατεξοχήν ὁ ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος ἑρμηνεύει· ὅτι πρόκειται γιά φωτεινό ἄγγελο Κυρίου, ὁ ὁποῖος στάλθηκε ἀκριβῶς γιά νά καθοδηγήσει τούς ἐκ Περσίας ἀναζητητές τῆς ἀλήθειας. «Τό ἀστέρι τῶν μάγων δέν ἦταν ἀπ᾿ αὐτά πού βλέπουμε στό στερέωμα τοῦ οὐρανοῦ τίς νυχτερινές ὧρες. Ἦταν κάποια λογική κι ἀόρατη δύναμη, ἕνας άγγελος, πού πῆρε τό σχῆμα τοῦ ἄστρου».
2. Κι αὐτή ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἡ «ἔρευνά» της, κατά τόν χαρακτηρισμό τοῦ ποιητῆ, ἀποτελεῖ τήν κατεξοχήν προϋπόθεση γιά νά ὑπάρξει ἡ προσφορά τοῦ φωτός τοῦ Θεοῦ. Θέλουμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Κύριος στέλνει τό φῶς τοῦ ἀγγέλου Του, γιατί ἔβλεπε ὡς παντογνώστης τό τί διαδραματιζόταν στήν καρδιά τῶν μάγων τῆς Ἀνατολῆς: μέσα στό σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ ἀναζητοῦσαν τήν ἀλήθεια, ἐρευνοῦσαν γιά τό βάθος καί τήν αἰτία τῶν πραγμάτων. Καί συνέβη λοιπόν σ’ αὐτούς ὅ,τι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀξιωματικά μᾶς ἐπισημαίνει: «πᾶς ὁ ὤν ἐκ τῆς ἀληθείας ἀκούει μου τῆς φωνῆς». Ἀκούει τή φωνή μου, συνεπῶς προσανατολίζεται πρός Ἐμένα, μόνον ἐκεῖνος πού ἀγαπάει τήν ἀλήθεια, πού ἔχει στρέψει δηλαδή τή ροπή τῆς ψυχῆς του σ’ ἐκεῖνα πού εἶναι πέρα ἀπό τά ἐπίγεια, ἔστω κι ἄν δέν γνωρίζει ἀκόμη τήν ἀλήθεια τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ. Ὁπότε κατά τόν πόθο τοῦ ἀνθρώπου ἀνταποκρίνεται καί ὁ Θεός. Τά βαθιά αἰτήματα τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου βρίσκουν πάντοτε ἀνταπόκριση ἀπό τόν πανάγαθο Κύριο, ὁ Ὁποῖος ἐκεῖ ἔχει στραμμένο πρωτίστως τό βλέμμα Του κι αὐτό διακαῶς ἐπιζητεῖ: τήν καρδιά τοῦ κατ’ εἰκόνα καί καθ’ ὁμοίωσιν Ἐκείνου δημιουργήματός Του. «Υἱέ μου, δός μοι σήν καρδίαν».
No responses yet