Latest Comments

Όσιος Παύλος ο Θηβαίος και Μέγας Αντώνιος

Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Χριστοδούλου
(εφημερίου Ι.Ν. Αγ. Σοφίας Ν. Ψυχικού)

Το ιερό συναπάντημα του πρώτου αναχωρητή με τον πρώτο μοναχό στον κόσμο

Ένα οδοιπορικό στα άδυτα της αιγυπτιακής ερήμου, εκεί που ο Ουρανός ακούμπησε τη Γη.

Στην καρδιά του χειμώνα, όταν η φύση ησυχάζει και ο χρόνος μοιάζει να επιβραδύνει, η Ορθόδοξη Εκκλησία ανοίγει τα πνευματικά της θησαυροφυλάκια για να μας ξεναγήσει στην πυρωμένη έρημο της Αιγύπτου.

Στις 15 Ιανουαρίου και στις 17 Ιανουαρίου, ο χριστιανικός κόσμος γιορτάζει δύο μορφές που δεν χωράνε σε ανθρώπινα μέτρα, δύο γίγαντες της ασκητικής ζωής. Τον Άγιο Παύλο τον Θηβαίο και τον Μέγα Αντώνιο.

Δεν είναι απλώς δύο άγιοι· είναι οι δύο πόλοι του ορθόδοξου μυστικισμού. Ο Παύλος είναι η «Αρχή» και ο Αντώνιος είναι ο «Κανόνας».

Ο Παύλος είναι ο πρώτος Αναχωρητής, εκείνος που έσπασε τους δεσμούς με τον κόσμο απόλυτα και ολοκληρωτικά, ζώντας ως άυλος άγγελος.

Ο Αντώνιος είναι ο πρώτος Μοναχός, εκείνος που οργάνωσε την ασκητική πολιτεία, πάλεψε σώμα με σώμα με τους δαίμονες και έλαβε από τον ίδιο τον Ουρανό το «Σχήμα» των μοναχών.

Η ιστορία τους είναι ένας ύμνος στην ανθρώπινη θέληση και τη Θεία Χάρη. Ας ταξιδέψουμε πίσω στον 3ο αιώνα, στα βάθη της Θηβαΐδος.

 Ο Αετός της Σιωπής – Παύλος ο Θηβαίος

«μάκρυνα φυγαδεύων κα ηλίσθην ν τρήμ» (Ψαλμ. 54:8)

Η ιστορία του χριστιανικού αναχωρητισμού ξεκινά με μια προδοσία. Γεννημένος γύρω στο 227 μ.Χ. στην Κάτω Θηβαΐδα, ο Παύλος ήταν ένας νέος προικισμένος με τα αγαθά του κόσμου.

Γόνος πλούσιας οικογένειας, άριστος γνώστης της ελληνικής και αιγυπτιακής παιδείας, διέθετε ψυχή ευαίσθητη και λεπτή, πλασμένη για τα ουράνια.

Όταν στα μέσα του 3ου αιώνα (περί το 250 μ.Χ.) ξέσπασε ο μανιώδης διωγμός του Δεκίου, η πίστη δοκιμάστηκε σκληρά.

Ο Παύλος, 23 ετών τότε και ορφανός από γονείς, βρέθηκε αντιμέτωπος με το σκοτάδι μέσα στο ίδιο του το σπίτι.

Ο σύζυγος της αδελφής του, τυφλωμένος από τη φιλαργυρία, σχεδίαζε να τον καταδώσει στις ρωμαϊκές αρχές ως Χριστιανό, εποφθαλμιώντας την τεράστια κληρονομιά του.

Μαθαίνοντας την προδοσία, ο Παύλος δεν αντέδρασε κοσμικά. Δεν προσέφυγε σε δικαστήρια, δεν αντιμάχησε. Είδε πίσω από την ανθρώπινη κακία το θείο νεύμα.

Εγκατέλειψε τα πάντα –τίτλους, πλούτη, ανέσεις– και χάθηκε στην απεραντοσύνη της ερήμου. Όσο περπατούσε, τόσο η ψυχή του γινόταν πιο ελαφριά.

Η Θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματά του στους πρόποδες ενός βουνού, όπου ανακάλυψε μια καλά κρυμμένη σπηλιά.

Η είσοδός της ήταν φραγμένη με πέτρα, αλλά το εσωτερικό της έκρυβε έναν επίγειο παράδεισο, έναν πανύψηλο φοίνικα και μια πηγή κρύου, γάργαρου νερού.

Εκεί, ο Παύλος έλαβε τη μεγάλη απόφαση. Έγινε ο πρώτος Αναχωρητήςστην ιστορία. Η λέξη «αναχωρώ» σημαίνει φεύγω σε ένα άλλο μέρος ολοκληρωτικά.

Για ενενήντα ολόκληρα χρόνια, ο ήλιος της Αιγύπτου έκαψε το δέρμα του, τα ρούχα του λιώσανε και αντικαταστάθηκαν από έναν χιτώνα πλεγμένο από φύλλα φοίνικα.

Κανένα ανθρώπινο μάτι δεν τον είδε, καμία ανθρώπινη φωνή δεν τάραξε την προσευχή του.

Συντροφιά του είχε τα άγρια θηρία, τα οποία ημέρεψαν μπροστά στην αγιότητά του, και έναν κόρακα, ο οποίος –κατ’ εντολή Θεού– του έφερνε καθημερινά μισό καρβέλι ψωμί.

Ο Παύλος έγινε ένας «επίγειος άγγελος», άγνωστος στη γη, αλλά πασίγνωστος στον Ουρανό.

Ο Καθηγητής των μοναχών – Αντώνιος ο Μέγας

«Ε θέλεις τέλειος εναι, παγε πώλησόν σου τπάρχοντα…»

Ενώ ο Παύλος ζούσε ως έγκλειστος, ο Θεός προετοίμαζε τον άνθρωπο που θα μετέτρεπε την αναχώρηση σε θεσμό. Το 251 μ.Χ., στην Κόμα της Αιγύπτου, γεννήθηκε ο Αντώνιος.

Πάμπλουτος αλλά «Αγράμματος»

Οι γονείς του, εύποροι και ευσεβείς, τον ανέθρεψαν με φόβο Θεού. Αν και είχαν την οικονομική δυνατότητα να τον σπουδάσουν, φοβούμενοι τη διαφθορά των ειδωλολατρικών σχολείων, προτίμησαν να τον κρατήσουν μακριά από την κοσμική παιδεία.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται: «Προτιμούσαν να δουν το παιδί τους στον Παράδεισο αγράμματο, παρά γραμματισμένο στην Κόλαση».

Έτσι, ο Αντώνιος παρέμεινε «αγράμματος» κατά κόσμον, αλλά έγινε σοφός κατά Θεόν.

Στα 18 του χρόνια, ορφανός πλέον, μπαίνοντας στην εκκλησία άκουσε το Ευαγγέλιο του πλουσίου νέου. Η φωνή του Χριστού αντήχησε μέσα του ως προσωπική κλήση.

Χωρίς δισταγμό, πούλησε τις 300 άρουρες γης που κατείχε, μοίρασε τα χρήματα στους φτωχούς, εξασφάλισε την αδελφή του σε έναν «Παρθενώνα» (οίκο παρθένων) και βγήκε στην έρημο.

Το Όραμα του Αγγέλου: Η Καθιέρωση του Σχήματος και της Εργασίας

Στα πρώτα βήματα της άσκησής του, ο Αντώνιος βρέθηκε αντιμέτωπος με έναν ύπουλο εχθρό: την Ακηδία.

Πρόκειται για την πνευματική κόπωση, τη βαρεμάρα, την αίσθηση του κενού και την αδυναμία συγκέντρωσης στην προσευχή.

Ο Αντώνιος βρισκόταν σε απόγνωση και φώναξε: «Κύριε, θέλω να σωθώ και οι λογισμοί δεν με αφήνουν. Τι να κάνω;».

Τότε, σύμφωνα με το Γεροντικό, είδε ένα αποκαλυπτικό όραμα. Είδε έναν Άγγελο Κυρίου, ο οποίος φορούσε ένα παράξενο ένδυμα:

  • Ένα Κουκούλιο στο κεφάλι (σαν περικεφαλαία νηπίου, σύμβολο ακακίας).
  • Έναν Ανάλαβο χιαστί στο στήθος (σύμβολο του Σταυρού).
  • Έναν μακρύ χιτώνα.

Ο Άγγελος καθόταν και έπλεκε σειρές από φύλλα φοίνικα (εργόχειρο).

Λίγο αργότερα, σηκωνόταν από τη θέση του, προσευχόταν, και μετά καθόταν ξανά να πλέξει.

Ο Άγγελος στράφηκε στον Αντώνιο και του είπε: «Αντώνιε, αυτό κάνε και θα σωθείς».

Αυτή ήταν η θεϊκή εντολή που ίδρυσε τον Μοναχισμό. Η εργασία δεν ήταν πλέον κατάρα, αλλά μέσο σωτηρίας για να μην αφήνει τον νου να πλανιέται.

Έτσι, ο Αντώνιος έγινε ο πρώτος που φόρεσε το Μοναχικό Σχήμα, το ένδυμα των Αγγέλων.

Οι Τιτανομαχίες με τον Διάβολο

Ενδυναμωμένος από το όραμα, ο Αντώνιος ξεκίνησε έναν πόλεμο που όμοιός του δεν υπάρχει στην ιστορία.

1.     Ο Πόλεμος των Λογισμών: Ο διάβολος του ψιθύριζε για τα πλούτη που έχασε, για τη δόξα, για τη μοναξιά. «Είσαι κουτός! Άφησες τα πάντα για να πεθάνεις εδώ;». Ο Αντώνιος απαντούσε με την αδιάλειπτη προσευχή.

2.     Ο Πόλεμος της Σάρκας: Ο εχθρός μεταμορφώθηκε σε γυναίκα, προβάλλοντας αισχρές εικόνες. Ο Αντώνιος απάντησε με σκληρή νηστεία και αγρυπνία. Τότε ο διάβολος εμφανίστηκε ως μαύρο παιδί, ομολογώντας: «Είμαι το πνεύμα της πορνείας. Πολλούς νίκησα, αλλά εσένα δεν μπορώ».

3.     Η Μάχη στον Τάφο: Θέλοντας να σκληρύνει τον αγώνα, ο Αντώνιος κλείστηκε σε έναν αρχαίο λαξευτό τάφο. Εκεί, οι δαίμονες του επιτέθηκαν ομαδικά με μορφές θηρίων —λιοντάρια, ταύροι, φίδια, σκορπιοί. Τον χτύπησαν τόσο άγρια σωματικά, που οι φίλοι του τον βρήκαν αναίσθητο, νομίζοντας πως πέθανε. Όταν συνήλθε, ζήτησε να τον πάνε πίσω. Φώναξε με ανδρεία: «Εδώ είμαι, Αντώνιε! Δεν φεύγω! Εάν είχατε δύναμη, ένας θα αρκούσε. Το πλήθος σας δείχνει την αδυναμία σας!». Τότε η οροφή άνοιξε και φως κατέβηκε. Οι πληγές του θεραπεύτηκαν. «Πού ήσουν, Κύριε;» ρώτησε με παράπονο. «Εδώ ήμουν, Αντώνιε, και καμάρωνα τον αγώνα σου. Επειδή δεν λύγισες, θα κάνω το όνομά σου ξακουστό σε όλη την οικουμένη».

4.     Ο Αργυρός Δίσκος: Προχωρώντας προς το Πισπίρι (285 μ.Χ.), είδε καταμεσής στην έρημο έναν τεράστιο ασημένιο δίσκο. Στάθηκε και είπε: «Πόθεν δίσκος εν τη ερήμω;». Κατάλαβε την παγίδα, έλεγξε τον διάβολο και ο δίσκος εξαφανίστηκε σαν καπνός. Το ίδιο έκανε και όταν βρήκε σωρό από αληθινό χρυσάφι· το προσπέρασε τρέχοντας σαν να ήταν φωτιά.

Ο Κηπουρός και τα Θηρία

Καταφεύγοντας τελικά κοντά στην Ερυθρά Θάλασσα (στο Έσω Όρος), ο Αντώνιος, για να μην επιβαρύνει τους μαθητές του, αποφάσισε να καλλιεργήσει τη γη. Έφτιαξε έναν κήπο. Όταν όμως τα αγρίμια κατέβαιναν για νερό, του κατέστρεφαν τη σπορά. Τότε ο Άγιος έπιασε ένα από αυτά και του μίλησε με τη γλύκα του Αδάμ πριν την Πτώση: «Γιατί με ζημιώνετε; Εγώ σας πείραξα; Φύγετε στο όνομα του Κυρίου». Και τα άλογα ζώα υπάκουσαν και δεν ξαναπάτησαν.

Μια άλλη φορά, ο διάβολος μάζεψε όλα τα λιοντάρια γύρω από το καλύβι του. Ο Αντώνιος βγήκε έξω και τους είπε: «Αν σας έστειλε ο Θεός, φάτε με. Αν σας έφερε ο σατανάς, φύγετε, γιατί είμαι δούλος Χριστού». Και τα λιοντάρια έφυγαν σκυμμένα, ντροπιασμένα από την εξουσία της αγιότητας.

Η Διόραση και τα Θαύματα

Η φήμη του έφτασε στα πέρατα του κόσμου. Βασιλείς του έγραφαν επιστολές και εκείνος απαντούσε: «Μη θαυμάζετε που ο βασιλιάς σάς γράφει. Θαυμάστε που ο Θεός έγραψε τον Νόμο Του για τους ανθρώπους». Το διορατικό του χάρισμα ήταν παροιμιώδες:

  • Ο Αμμών: Είδε την ψυχή του ασκητή Αμμών να ανεβαίνει στον ουρανό συνοδεία αγγέλων, παρόλο που εκείνος βρισκόταν στη μακρινή Νιτρία, 13 μέρες δρόμο μακριά.
  • Ο Ευλόγιος και ο Λεπρός: Αναγνώρισε μέσα στο πλήθος τον Ευλόγιο, έναν άγνωστό του άνθρωπο που φρόντιζε κρυφά έναν παράλυτο λεπρό, και τον προειδοποίησε: «Τρέξε πίσω, γιατί ο άρρωστος πεθαίνει και θα χάσεις τον μισθό 17 ετών».
  • Η Βρωμερή Οσμή: Σε ένα πλοιάριο, κατάλαβε την παρουσία δαίμονα από μια αφόρητη δυσωδία που μόνο εκείνος μύριζε. Θεράπευσε τον δαιμονισμένο νέο και η μυρωδιά χάθηκε.

Το Μάθημα από τον Τσαγκάρη της Αλεξάνδρειας

Παρά τα ασύλληπτα ύψη αγιότητας που είχε φτάσει, ο Θεός ήθελε να διδάξει στον Αντώνιο το απόλυτο μάθημα της ταπείνωσης πριν τη μεγάλη συνάντηση με τον Παύλο.

Μια μέρα, ενώ προσευχόταν, ο Αντώνιος ρώτησε τον Θεό: «Κύριε, σε ποιο μέτρο αγιότητας έχω φτάσει;».

Τότε ήρθε φωνή από τον Ουρανό: «Αντώνιε, δεν έφτασες ακόμα στα μέτρα ενός τσαγκάρη που ζει στην Αλεξάνδρεια».

Ο Αντώνιος συγκλονίστηκε. Πήρε το ραβδί του και κατέβηκε αμέσως στην θορυβώδη πόλη. Έψαξε και βρήκε το φτωχικό εργαστήριο του τσαγκάρη. Μπαίνοντας μέσα, είδε έναν άνθρωπο απλοϊκό, σκυμμένο πάνω από τα παλιά παπούτσια.

Ο τσαγκάρης τρομοκρατήθηκε βλέποντας τον διάσημο ασκητή. «Πες μου, αδελφέ, τι κάνεις; Πώς ζεις;» τον ρώτησε ο Αντώνιος. «Αββά», απάντησε ο τσαγκάρης με δέος, «εγώ δεν κάνω τίποτα το σπουδαίο. Δεν ξέρω γράμματα, ούτε νηστεύω όπως εσείς. Απλώς, κάθε πρωί που ξυπνάω και πιάνω δουλειά, λέω στον εαυτό μου: “Όλοι οι άνθρωποι σε αυτή την πόλη, από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο, θα σωθούν γιατί είναι καλύτεροι από μένα. Μόνο εγώ θα κολαστώ λόγω των αμαρτιών μου”. Και με αυτή τη σκέψη κοιμάμαι το βράδυ».

Ο Αντώνιος έμεινε άναυδος. Φίλησε τον τσαγκάρη και επέστρεψε στην έρημο σοφότερος.

Κατάλαβε ότι η ταπείνωση μέσα στον κόσμο μπορεί να είναι ανώτερη από την άσκηση μέσα στην έρημο, αν η τελευταία δεν συνοδεύεται από συντριβή καρδιάς.

Αυτό το περιστατικό τον προετοίμασε για την τελευταία και μεγαλύτερη συνάντηση της ζωής του.

Η Μεγάλη Συνάντηση – Το Οδοιπορικό στο Άγνωστο

Το έτος είναι 341 μ.Χ. Ο Αντώνιος είναι 90 ετών, ηγέτης χιλιάδων μοναχών και σεβαστός από όλη την οικουμένη.

Σε μια στιγμή ανθρώπινης αδυναμίας, μια λεπτή σκέψη πέρασε από το μυαλό του: «Άραγε, υπάρχει άλλος μοναχός παλαιότερος ή αγιότερος από εμένα στην έρημο;».

Τη νύχτα εκείνη, φωνή Κυρίου τον επισκέφθηκε: «Υπάρχει, Αντώνιε, ένας δούλος μου πολύ ανώτερος από σένα, που δεν αξίζεις ούτε εσύ, ούτε όλος ο κόσμος τα πόδια του να ασπαστείτε. Τρέξε να τον προλάβεις πριν φύγει για τον Ουρανό».

Χωρίς να χάσει στιγμή, χαράματα, ο υπερήλικας Αντώνιος πήρε το φοινικένιο ραβδί του.

Το ταξίδι ήταν μια κάθοδος στο μυστήριο, μια «Οδύσσεια» πίστης που περιγράφεται συγκλονιστικά από τον Άγιο Ιερώνυμο.

Ο ήλιος έκαιγε ανελέητα την άμμο και τα ίχνη εξαφανίζονταν. Ξαφνικά, ο Αντώνιος είδε μπροστά του ένα πλάσμα μισό άνθρωπο, μισό άλογο.

Ήταν ένας Ιπποκένταυρος. Ο Αντώνιος δεν φοβήθηκε, αλλά έκανε το σημείο του Σταυρού και ρώτησε: «Πού κατοικεί ο δούλος του Θεού;».

Το θηρίο, βγάζοντας έναν βαρβαρικό ήχο, έδειξε με το δεξί του χέρι τον δρόμο και χάθηκε καλπάζοντας, σαν να πετούσε.

Πιο κάτω, σε μια πετρώδη κοιλάδα, συνάντησε ένα μικρόσωμο ανθρωπάκι με γαμψή μύτη, κέρατα στο μέτωπο και πόδια τράγου.

Ήταν ένας Σάτυρος, κρατώντας στα χέρια του χουρμάδες ως δώρο ειρήνης.

Ο Αντώνιος τον ρώτησε ποιος είναι. «Είμαι θνητός», απάντησε εκείνος, «ένας από αυτούς που οι πλανεμένοι εθνικοί λατρεύουν ως θεούς (Φαύνους και Σατύρους). Πρεσβεύω εκ μέρους της φυλής μου, να προσευχηθείς για μας στον κοινό Θεό που ήρθε για τη σωτηρία του κόσμου και ο ήχος Του βγήκε σε όλη τη γη».

Ο Αντώνιος δάκρυσε από χαρά, βλέποντας ότι ακόμα και τα μυθικά τέρατα της ερήμου ομολογούσαν τον Χριστό, ενώ οι άνθρωποι στις πόλεις Τον αρνούνταν.

Συνεχίζοντας, μια λύκαινα τον προσπέρασε λαχανιασμένη. Ο Αντώνιος την ακολούθησε και την είδε να μπαίνει σε μια σπηλιά στους πρόποδες του βουνού.

Πλησίασε με δέος. Μέσα επικρατούσε απόλυτο σκοτάδι. Ο Παύλος, ακούγοντας βήματα ανθρώπου μετά από 90 χρόνια, έσπευσε και έκλεισε την πέτρινη πόρτα, αμπαρώνοντάς την.

Ο Αντώνιος έπεσε μπρούμυτα έξω από την είσοδο. Έμεινε εκεί μέχρι το μεσημέρι, και μετά μέχρι το βράδυ, ικετεύοντας: «Ξέρεις ποιος είμαι, ξέρεις από πού έρχομαι και γιατί. Ξέρω ότι δεν είμαι άξιος να σε δω. Όμως δεν θα φύγω από εδώ αν δεν σε αντικρίσω. Εσύ που δέχεσαι τα θηρία, γιατί διώχνεις τον άνθρωπο; Ζήτησα και βρήκα, χτυπώ και περιμένω να μου ανοιχτεί. Αν δεν μου ανοίξεις, θα πεθάνω εδώ, μπροστά στην πόρτα σου, για να θάψεις τουλάχιστον το πτώμα μου».

Ο Παύλος συγκινήθηκε. Η φωνή του ακούστηκε τρεμάμενη από μέσα: «Κανείς δεν παρακαλεί απειλώντας, κανείς δεν έρχεται με δάκρυα για να κάνει κακό».

Η πέτρα κύλησε. Φως πλημμύρισε τον χώρο. Οι δύο γέροντες κοιτάχτηκαν. Ο Παύλος, σκελετωμένος, με μαλλιά λευκά σαν το χιόνι, και ο Αντώνιος, ρωμαλέος στο πνεύμα.

Έτρεξαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, φιλήθηκαν με δάκρυα στα μάτια και, χωρίς να έχουν συστηθεί ποτέ, φώναξαν ο ένας τον άλλον με το όνομά του:

  • «Καλώς τον Αντώνιο, τον φωστήρα της Οικουμένης!»
  • «Καλώς τον Παύλο, το σκεύος της Εκλογής!»

Κάθισαν δίπλα στην πηγή. Ο Παύλος ρωτούσε με αγωνία: «Πώς είναι ο κόσμος; Χτίζονται ακόμα σπίτια; Υπάρχουν ακόμα βασιλείς; Κυβερνάται ο κόσμος από την πλάνη των ειδώλων ή έλαμψε η αλήθεια του Χριστού;».

Ενώ μιλούσαν, συνέβη το θαυμαστό. Ένα κοράκι πέταξε απαλά και άφησε ανάμεσά τους ένα ολόκληρο καρβέλι ψωμί.

Ο Παύλος δόξασε τον Θεό: «Δες, Αντώνιε, την αγάπη του Κυρίου! Εδώ και 60 χρόνια, αυτό το πουλί μού φέρνει μισό καρβέλι κάθε μέρα. Σήμερα που ήρθες εσύ, ο Χριστός διπλασίασε τη μερίδα για τους στρατιώτες Του».

Έφαγαν, ήπιαν νερό από την πηγή και πέρασαν όλη τη νύχτα προσευχόμενοι όρθιοι.

Η Οσιακή Κοίμηση και η Κληρονομιά

Το πρωί, ο Παύλος ανακοίνωσε στον Αντώνιο ότι το τέλος ήρθε. «Αδελφέ Αντώνιε, γι’ αυτό σε έστειλε ο Θεός. Για να θάψεις το σώμα μου». 

Ο Αντώνιος δάκρυσε και παρακάλεσε να τον πάρει μαζί του.

Αλλά ο Παύλος του έδωσε μια εντολή για να τον απομακρύνει, ώστε να μην πονέσει βλέποντάς τον να πεθαίνει, αλλά και για να τιμήσει την Ιεραρχία της Εκκλησίας: «Πήγαινε φέρε μου τον μανδύα που σου έδωσε ο Επίσκοπος Αθανάσιος, για να με τυλίξεις».

Ο Αντώνιος έτρεξε πίσω στο μοναστήρι του (ταξίδι ημερών που το έκανε σε λίγες ώρες, “πετώντας”).

Πήρε τον μανδύα και επέστρεψε. Στον δρόμο, είδε τους ουρανούς ανοιχτούς και την ψυχή του Παύλου να ανεβαίνει λαμπρή, συνοδευόμενη από τάγματα Αγγέλων, Προφητών και Αποστόλων.

Φτάνοντας στη σπηλιά, βρήκε τον Παύλο γονατιστό, με τα χέρια υψωμένα, φαινομενικά να προσεύχεται.

Είχε όμως κοιμηθεί. Ο Αντώνιος τον τύλιξε με τον μανδύα του Αθανασίου, ενώνοντας συμβολικά την Ερημική Ζωή (Παύλος) με την Εκκλησιαστική Ζωή (Αθανάσιος).

Μην έχοντας εργαλεία για να σκάψει, ο Αντώνιος βρέθηκε σε απορία. Τότε, δύο μεγάλα λιοντάρια βγήκαν από το βάθος της ερήμου. Δεν μούγκρισαν άγρια.

Πήγαν στο σώμα του Παύλου, έγλειψαν τα πόδια του και άρχισαν να σκάβουν με τα νύχια τους, βρυχώμενα θρηνητικά.

Αφού άνοιξαν τον τάφο, πλησίασαν τον Αντώνιο, κουνώντας την ουρά και σκύβοντας το κεφάλι, ζητώντας ευλογία.

Ο Αντώνιος δόξασε τον Θεό που «δίνει γνώση ακόμα και στα άλογα ζώα» και τα ευλόγησε.

Ο Αντώνιος έθαψε τον Παύλο. Ως μοναδικό κειμήλιο, πήρε τον πλεκτό χιτώνα από φοινικόφυλλα.

Ο Αντώνιος επέστρεψε και συνέχισε τους αγώνες του. Κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια για να στηρίξει τους Χριστιανούς κατά των Αρειανών, αποκαλώντας την αίρεση «πρόδρομο του Αντιχρίστου».

Έφτασε σε ηλικία 105 ετών (356 μ.Χ.). Ποτέ δεν αρρώστησε, τα μάτια του ήταν αετίσια και τα δόντια του γερά.

Λίγο πριν κοιμηθεί, κάλεσε τους μαθητές του και είπε: «Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει».

Άφησε εντολή να ταφεί σε κρυφό μέρος για να μην του αποδοθούν τιμές. Κληροδότησε τη μηλωτή του στον Μέγα Αθανάσιο (ως σύμβολο πίστης) και τον προβάτινο χιτώνα του στον Επίσκοπο Σεραπίωνα.

Ο Άγιος Αντώνιος, λαμβάνοντας το φοινικόκλαδο ένδυμα του οσίου Παύλου, το προσέφερε ευλαβώς στον πατριάρχη Αθανάσιο, κι εκείνος το φορούσε στις μεγάλες εορτές, στις εορτές του Πάσχα, των Θεοφανίων και των Χριστουγέννων.

Και για να επιβεβαιώσει το μέγεθος της αγιότητάς του, έβαλε το ένδυμα του Αγίου Παύλου πάνω σε έναν νεκρό όλη τη νύχτα, και αυτός αναστήθηκε. 

Το ίδιο το ένδυμα του οσίου είχε τη δύναμη να νικήσει τον θάνατο, αποδεικνύοντας την υπερβατική πνευματική του αξία.

Στη συνέχεια, ο Μέγας Αθανάσιος κατανοώντας τη σπουδαιότητα των λειψάνων επιχείρησε να μεταφέρει το σώμα του αγίου, αφού το ένδυμά του ανασταίνει νεκρούς, ωστόσο ο Άγιος Παύλος εμφανίστηκε στον Πατριάρχη Αθανάσιο σε όραμα και τον ενημέρωσε πως ο Κύριος δεν ευδοκεί να αποκαλυφθεί το σώμα μου και αποστρέφετε τους άνδρες που με αναζητούν .

Στις 15 και 17 Ιανουαρίου, η Εκκλησία ενώνει τη φωνή της με την έρημο. Τιμά τον Παύλο που έδειξε τον δρόμο της φυγής προς τον Θεό, και τον Αντώνιο που έδειξε τον τρόπο της ζωής με τον Θεό μέσω της Αγγελικής πολιτείας.

Οι πρεσβείες τους ας σκεπάζουν τον κόσμο.

Tags:

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *