Latest Comments

baptisi33

Του Αρχιμανδρίτη Αθηναγόρα Σουπουρτζή στη Romfea.gr

Καθηγητή Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου

Θεολογικής Ακαδημίας Volyn Ουκρανίας-

Επισκέπτη Καθηγητή Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Αθηνών


 νομοκανονική αποτίμηση με αφορμή τη νομολογία

Η υπ’ αριθ. 721/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς επαναφέρει στο επίκεντρο ένα ζήτημα καίριας σημασίας για τη σύγχρονη έννομη τάξη: τη σχέση μεταξύ γονικής μέριμνας, προστασίας της προσωπικότητας και κανονικής τάξεως της Εκκλησίας, με αφορμή την τέλεση του μυστηρίου του βαπτίσματος ανηλίκου χωρίς τη συναίνεση του ενός γονέα.

Πρόκειται για ένα ζήτημα που υπερβαίνει τα όρια μιας επιμέρους ιδιωτικής διαφοράς και αγγίζει τον πυρήνα της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 του Συντάγματος και στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σε συνδυασμό με το άρθρο 2 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου , υπό την ειδικότερη έκφανσή της ως δικαιώματος των γονέων να καθορίζουν τη θρησκευτική αγωγή των τέκνων τους.

Κατά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, ο πατέρας ανηλίκου τέκνου, το οποίο είχε αναγνωρίσει εκουσίως, προέβαλε ότι η τέλεση της βαπτίσεως χωρίς τη γνώση και συναίνεσή του συνιστούσε παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του.

Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας συνδυαστικά τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, καθώς και το ισχύον κατά τον κρίσιμο χρόνο καθεστώς της γονικής μέριμνας (άρθρα 1510 επ. ΑΚ, προ της τροποποιήσεώς τους με τον ν. 4800/2021), προέβη σε μία κρίσιμη και δογματικά ενδιαφέρουσα διάκριση.

Αφενός, έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται προσβολή της προσωπικότητας του πατέρα ως προς την επιλογή του θρησκεύματος του τέκνου, ελλείψει ουσιαστικής διαφωνίας του ως προς το δόγμα.

Αφετέρου, αναγνώρισε ότι η μη ενημέρωση και ο αποκλεισμός του από την τέλεση του μυστηρίου συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς του, αποδίδοντας σχετική ευθύνη αποκλειστικά στη μητέρα.

Η συλλογιστική αυτή εντάσσεται στη γνωστή διάκριση μεταξύ κτήσεως και ασκήσεως της γονικής μέριμνας. Στην περίπτωση τέκνου γεννηθέντος εκτός γάμου και εκουσίως αναγνωρισθέντος, η γονική μέριμνα ανήκει και στους δύο γονείς, πλην όμως ασκείται, κατ’ αρχήν, από τη μητέρα.

Η νομολογία, την οποία επικαλείται και το Δικαστήριο, δέχεται ότι ζητήματα που επηρεάζουν καθοριστικά την προσωπικότητα του τέκνου, όπως η επιλογή θρησκεύματος, ανήκουν στον πυρήνα της γονικής μέριμνας και απαιτούν, καταρχήν, συναπόφαση των γονέων.

Εντούτοις, η επίμαχη απόφαση προβαίνει σε μία λειτουργική αποδυνάμωση της αρχής αυτής. Παρά την κατ’ αρχήν αναγνώριση του «πυρήνα» της γονικής μέριμνας, συνδέει την ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας όχι με την έλλειψη συναποφάσεως αυτή καθαυτή, αλλά με την ύπαρξη ή μη ουσιαστικής διαφωνίας ως προς το θρήσκευμα.

Κατ’ αποτέλεσμα, η μονομερής τέλεση του βαπτίσματος δεν θεωρείται αυτοτελώς παράνομη ως προς τον πατέρα, εφόσον δεν αποδεικνύεται αντίθετη βούλησή του ως προς τη θρησκευτική κατεύθυνση του τέκνου.

Αντιθέτως, το Δικαστήριο αναγνωρίζει προσβολή της προσωπικότητας στο επίπεδο της προσωπικής και κοινωνικής διάστασης της πατρικής ιδιότητας.

Ο αποκλεισμός του πατέρα από την τέλεση ενός μοναδικού και ανεπανάληπτου γεγονότος της ζωής του τέκνου του, όπως είναι το βάπτισμα, κρίθηκε ότι διαταράσσει τον συναισθηματικό και κοινωνικό πυρήνα της προσωπικότητάς του και θεμελιώνει αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης.

Ιδιαίτερη σημασία έχει η απαλλαγή των εκκλησιαστικών οργάνων και των λειτουργών της Εκκλησίας από κάθε αστική ευθύνη.

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται τέτοια νομική υποχρέωση των εκκλησιαστικών οργάνων, η παράβαση της οποίας να θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη. Η κρίση αυτή, αν και νομικά συνεπής προς την αρχή της νομιμότητας, αναδεικνύει ένα σαφές κανονιστικό κενό.

Πράγματι, η Κανονική τάξη της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπως αποτυπώνεται στο Εγκύκλιο Σημείωμα της Ιεράς Συνόδου 4170/1804 της 1ης Σεπτεμβρίου 2014, προβλέπει ρητώς ότι η τέλεση του βαπτίσματος τέκνου, ακόμη και εκτός γάμου, δεν πρέπει να λαμβάνει χώρα χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και των δύο γονέων, ακριβώς διότι η επιλογή του θρησκεύματος εντάσσεται στον πυρήνα της γονικής μέριμνας.

Το Εγκύκλιο Σημείωμα αυτό δεν συγκροτεί προφανώς αυτοτελή πηγή αστικού δικαίου, αλλά ερείδεται σαφώς επί των διατάξεων του Αστικού Κώδικα και της συναφούς νομολογίας.

Οι κανόνες αυτοί παράγουν αναμφιβόλως έννομες συνέπειες στο πεδίο των οικογενειακών σχέσεων. Πλην όμως, οι συνέπειες αυτές ενεργοποιούνται εντός του οριοθετημένου πεδίου εφαρμογής τους και δεν επεκτείνονται αυτομάτως στη συμπεριφορά τρίτων, όπως οι λειτουργοί της Εκκλησίας, αλλά η τυχόν αστική ευθύνη τους εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας κατά περίπτωση.

Η κρίση της εξεταζόμενης αποφάσεως, κατά την οποία δεν θεμελιώθηκε ευθύνη των ιερέων, δεν έχει γενικευτικό χαρακτήρα, αλλά ερείδεται στις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως και ιδίως στην απουσία ουσιαστικής διαφωνίας αμφοτέρων των γονέων ως προς τη θρησκευτική κατεύθυνση του τέκνου. 

Ωστόσο η εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου δεσμεύει απολύτως εξ επόψεως Κανονικού δικαίου τους λειτουργούς και άπαντα τα μέλη της Εκκλησίας της Ελλάδος  και οφείλει να καθοδηγεί την ποιμαντική εκκλησιαστική πρακτική, ιδίως σε ζητήματα όπως η τέλεση του βαπτίσματος.

Η παράβασή της, όμως, δεν συνεπάγεται αυτοτελώς αστική ευθύνη, καθόσον δεν αποτελεί κανόνα της πολιτειακής έννομης τάξεως. Συνεπάγεται ωστόσο ενδεχομένως πειθαρχικές- διοικητικές και Κανονικές συνέπειες. Η τήρησή της παραμένει ουσιώδης, όχι από φόβο νομικών συνεπειών, αλλά ως έκφραση εκκλησιαστικής ευθύνης και σεβασμού προς τον θεσμό της οικογένειας, τον οποίο διαφυλάσσουν οι Ιεροί Κανόνες.

Σημειωτέον ότι το  Εγκύκλιο Σημείωμα της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως πράξη συνοδικής διοικήσεως, θεωρείται ότι κατά την κρατούσα νομοκανονική αντίληψη, δεσμεύει κανονικώς, διοικητικώς και υπηρεσιακώς-πειθαρχικώς τους κληρικούς, χωρίς να αποτελεί αυτοτελή πηγή αστικής ευθύνης, αλλά συνεκτιμάται επικουρικώς κατά το άρθρο 914 ΑΚ.

Από κανονικής απόψεως, η τέλεση του βαπτίσματος χωρίς τη συναίνεση και των δύο γονέων δεν θίγει κατ’ αρχήν την εγκυρότητα του μυστηρίου, καθόσον η εγκυρότητα ερείδεται στα ουσιώδη στοιχεία αυτού.

Πλην όμως, πρόκειται περί πράξεως αντικανονικής, εφόσον αντίκειται σε ρητές κανονικές κατευθύνσεις της Εκκλησίας και ιδίως στην εκκλησιαστική απαίτηση σεβασμού της κοινής ευθύνης των γονέων.

Συναφώς η σχετική απόφαση της Ιεράς Συνόδου δεν έχει απλώς συμβουλευτικό χαρακτήρα, αλλά συνιστά δεσμευτική κανονική οδηγία για τους λειτουργούς της Εκκλησίας, των οποίων η ποιμαντική ευθύνη οφείλει να ασκείται εντός των ορίων της εκκλησιαστικής τάξεως.

Για τους λειτουργούς της Εκκλησίας, η απόφαση έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία. Διευκρινίζει ότι η παράβαση της κανονικής τάξεως δεν συνεπάγεται αυτομάτως αστική ευθύνη του ιερέως, ταυτόχρονα όμως αναδεικνύει την ανάγκη στοιχειώδους ελέγχου της συναινέσεως των γονέων πριν από την τέλεση του βαπτίσματος.

Υπό την έννοια αυτή, η τήρηση των συνοδικών κατευθύνσεων δεν αποτελεί μόνο κανονική υποχρέωση, αλλά και μέσο αποφυγής συγκρούσεων και εννόμων διαφορών.

Εν κατακλείδι, η υπ’ αριθ. 721/2025 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς επιβεβαιώνει ότι η τέλεση του βαπτίσματος χωρίς τη συναίνεση του πατέρα δεν συνιστά, κατ’ ανάγκην, προσβολή της προσωπικότητάς του ως προς τη θρησκευτική επιλογή, δύναται όμως να θεμελιώσει προσβολή υπό την έννοια του αποκλεισμού του από ένα καθοριστικό γεγονός της ζωής του τέκνου του, χωρίς να αποκλείεται η θεμελίωση ευθύνης και των λοιπών εμπλεκομένων προσώπων, όπως οι ιερείς, εφόσον, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, συντρέχουν οι όροι της παρανομίας και της υπαιτιότητας.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν εξαντλείται στην παρούσα απόφαση, ούτε η προσέγγιση αυτή αποκλείει την ανάπτυξη διαφορετικών ερμηνευτικών εκδοχών στο μέλλον.

Tags:

No responses yet

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *