ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (17 ΜΑΪΟΥ 2026)

«ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω» (Ἰωάν. Θ΄ 25).
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
Ὁ … ἀόμματος!
Ὁ Κύριος, ἀκολουθούμενος ὑπὸ τῶν μαθητῶν Του, διέρχεται τὰς ὁδοὺς τῶν Ἱεροσολύμων …! Δὲν κινεῖται τυχαίως καὶ ἄνευ σκοποῦ, ἀλλὰ ἔρχεται ἵνα συναντήσῃ ἕναν ἀόμματον! Ὄντως˙ εἴς τινα ἄκρην ἑνὸς δρόμου, βλέπει τοῦτον τὸν «ἐκ γενετῆς» τυφλόν, νὰ ἐπαιτεῖ ἀπὸ τοὺς διερχομένους … Φαίνεται ὅτι εἶναι … «ἐκ γενετῆς», διότι ἡ ἀπουσία τῶν ὀφθαλμῶν εἶναι ἐμφανής! Κατὰ τοὺς ἑρμηνευτάς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἰς τοῦτον τὸν τυφλόν, δὲν ὑπάρχουσιν οὐδὲ κἂν αὗται αἱ κόγχαι τῶν ὀφθαλμῶν! Ἡ ἀπουσία τῶν αἰσθητηρίων τῆς ὁράσεως εἶναι παντελής! Οἱ μαθηταὶ ἐρωτοῦν τὸν Διδάσκαλον, «ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;» Θεωροῦσιν, ὅτι … τοιαῦται θλιβεραὶ καταστάσεις ἔχουσιν ὡς αἰτίαν κάποιας ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ Θεάνθρωπος Κύριος τοὺς ἀπαντᾷ, ὅτι … «οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ»!
Ἐν συνεχείᾳ, ὁ Θεάνθρωπος, «ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ», καὶ τοιουτοτρόπως ἐνεργεῖ τὴν θεραπείαν τοῦ «ἐκ γενετῆς», τούτου, τυφλοῦ! Δὲν προτιθέμεθα, ἵνα παρακολουθήσωμεν ἐν προκειμένω, τὰς ἀτέρμονας συζητήσεις καὶ ἐμπαθεῖς καὶ ἀνοήτους ἐνστάσεις τῶν Φαρισαίων, αἵτινες ἐπηκολούθησαν τοῦ θαύματος, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶμεν ἐν προκειμένῳ εἰς τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θαυματουργεῖ ὁ Χριστός εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην!
«Ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος»!
Τοῦτον τὸν πρωτότυπον τρόπον ἐπέλεξεν ὁ Θεάνθρωπος, – καὶ οὐχὶ «τυχαίως», – προκειμένου ἵνα ἐνεργήσῃ τὴν θεραπείαν τοῦ, ἐκ γενετῆς, τούτου τυφλοῦ! Εἰς ἄλλας θαυματουργικὰς ἐνεργείας Του, εἴτε ἐνήργει διὰ μόνου τοῦ λόγου Του, εἴτε ἤγγιζεν διὰ τῶν πανακηράτων χειρῶν Του τὸν νοσοῦντα, εἴτε ἐνεργοῦσε τὴν θεραπείαν σταδιακῶς, – ὡς εἰς τοὺς δέκα λεπρούς, – εἴτε ἄλλως, ὡς Οὗτος ἤθελεν! Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, ἐνεργεῖ διὰ τοῦ ὡς ἄνω τρόπου, καὶ ὑπενθυμίζει εἰς ἡμᾶς ἐκεῖνον τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου, Οὗτος ὁ ἀληθινὸς Θεός, ἐδημιούργησεν ἐν τῷ Παραδείσῳ, τὸν πρωτόπλαστον Ἀδάμ!
Ὡς τότε, ὅτε … «ἔπλασεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, χοῦν ἀπὸ τῆς γῆς», οὕτω καὶ τώρα, εἰς τὸν ἐκ γενετῆς τυφλόν, ὁ Κύριος καὶ Δημιουργὸς Θεός, ποιεῖ πηλὸν διὰ τοῦ ἱεροῦ πτυέλού Του καὶ τοῦ χοός, καὶ … δημιουργεῖ τὰ ἐλλείποντα ὄμματα τοῦ τυφλοῦ! Δημιουργίαν ἔχομεν ἐν προκειμένῳ, συνεπῶς, καὶ οὐχὶ θεραπείαν!
«καὶ ἑώρακας Αὐτόν»!
«Τὸν ἔχεις ἰδεῖ»! Δὲν εἶναι τυχαία ἢ λανθασμένη ἡ φρᾶσις αὐτὴ μὲ τὴν ὁποία ἀπήντησε ὁ Κύριος εἰς τὴν ἐρώτηση τοῦ ἤδη θεραπευμένου, ἐκ γενετῆς τυφλοῦ. Ὅταν ὁ Κύριος τὸν συνήντησε, μετὰ ἀπὸ ὅλον ἐκεῖνον τὸ ἀπολογητικὸν ἀγῶνα ποὺ ἔδωσε κατὰ τῶν Φαρισαίων, ὑπερασπιζόμενος τὸ Θαῦμα ποὺ ἔγινεν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ τὴν Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν ρώτησε: «σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;» (Ἰωάν. Θ΄ 35). Ὅταν δὲ ἐκεῖνος γεμᾶτος ἀπορίαν ἐρωτᾷ καὶ πάλιν τὸν Κύριο, «καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;» (Ἰωάν. Θ΄ 36), ὁ Κύριος τὸν βεβαιώνει, «καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν» (Ἰωάν. Θ΄ 37). Δηλαδή, «καὶ τὸν ἔχεις ἰδεῖ καὶ ἐκεῖνος ποὺ ὁμιλεῖ τώρα μαζί σου ἐκεῖνος εἶναι». Δημιουργεῖται, συνεπῶς, ἡ ἀπορία: πότε ὁ πρώην τυφλὸς ἔχει ἰδεῖ τὸν Χριστόν, ἀφοῦ, ἕως τὴν στιγμὴ ποὺ ἄνοιξαν τὰ μάτια του, δὲν εἶχε ἰδεῖ, φυσικά, τίποτα καὶ κανέναν; Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἐνίφθη εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ καὶ ἤρχισε νὰ βλέπῃ, διὰ πρώτην φοράν, τώρα, βλέπει τὸν Χριστόν! Πότε, λοιπόν, τὸν εἶδε;
Φυσικά, φίλε ἀναγνώστη, ὁ Κύριος δὲν κάνει λάθος! Γνωρίζει πολὺ καλά, ὅτι ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός, δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα τῆς ὁράσεως τῶν αἰσθητῶν πραγμάτων καὶ προσώπων. Δὲν εἶναι, συνεπῶς, τυχαῖον ἢ ἀκόμη περισσότερον … λανθασμένον, τὸ ὅτι ὁ Κύριος τὸν βεβαιώνει (τὸν πρώην τυφλόν), ὅτι «τὸν ἔχεις ἰδεῖ»! Εἶναι φανερὸν ὅτι στὴν προκειμένη περίπτωσιν, ὁ Χριστός μας ἀναφέρεται εἰς μίαν ἄλλην «ὅρασιν» ἡ ὁποία – ὡς φαίνεται – ἔχει λειτουργήσει ἀποκαλυπτικὰ εἰς τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸν καὶ ἔχει ἰδεῖ, συνεπῶς, τὸν «Υἱὸν τοῦ Θεοῦ»! Ἡ ὅρασις δὲ αὐτὴ εἶναι ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας ὁ τυφλός ἔχει ἤδη ἰδεῖ τὸν Ἰησοῦν. Εἶναι, ἡ ὅρασις, διὰ τῶν ὀφθαλμῶν τῆς ψυχῆς! Εἶναι ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν στὴ συνέχεια ὁ Κύριος πρὸς τοὺς μαθητάς Του καὶ τὸν λαόν, λέγων, «εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰωάν. Θ΄ 39). Εἶναι ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας, ἐρωτοῦν οἱ Φαρισαῖοι, ἐν συνεχείᾳ καὶ ὁ Κύριος τοὺς δίδει χαρακτηριστικὴν ἀπάντησιν: «Καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ’ αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν; Εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. Θ΄ 40-41).
Οἱ «ἰδόντες τὸν Κύριον»!
Πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ ἀξιώθηκαν νὰ ἴδουν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, κατ’ ὄψιν. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, πρώτη, ἀλλὰ καὶ στὴν συνέχεια, ὁ μνήστωρ Ἰωσὴφ ὁ δίκαιος, οἱ ἄκακοι ποιμένες, οἱ σοφοὶ μάγοι, πολὺς λαὸς εἰς τὴν Βηθλεὲμ καὶ κυρίως εἰς τὴν Ναζαρέτ, ὅπου ὁ Κύριος ἐπέρασε τὰ τριάκοντα πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς Του. Καὶ ἀπὸ τὴν Βάπτισίν Του ὅμως καὶ ἐν συνεχείᾳ, τὸν «βλέπουν», ὁ τίμιος Πρόδρομος καὶ οἱ δώδεκα μαθηταί Του, λαὸς πολὺς καὶ Φαρισαῖοι καὶ Γραμματεῖς. Τὸν «βλέπουν», καὶ ἄλλοι τὸν ἀγαποῦν καὶ τὸν προσκυνοῦν, καὶ ἄλλοι τὸν μισοῦν καὶ τὸν ἐχθρεύονται. Οἱ περισσότεροι τὸν βλέπουν, ὅπως συνήθως βλέπουμε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι˙ Τὸν βλέπουν ὡς ἄνθρωπον μὲ τὰ συνήθη χαρακτηριστικὰ ἑνὸς ἀνθρώπου, μὲ ἕναν ὡραῖο λόγο, μὲ σπάνια ἁπλότητα ζωῆς καὶ συμπεριφορᾶς, μὲ λιτὴ ἀμφίεση καὶ ἀσκητικὰ χαρακτηριστικά. Τὰ ἀνθρώπινα ὅμως μάτια, δὲν μποροῦν νὰ «προχωρήσουν» πιὸ βαθειά˙ δὲν μποροῦν νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ καταλάβουν τὶς ἐπιθυμίες καὶ διαθέσεις καὶ τὰ ὁράματα τῆς ψυχῆς. Δὲν μποροῦν νὰ ἰδοῦν καὶ νὰ ξέρουν, τί σκέπτεται ὁ ἄνθρωπος καὶ πότε ἁμαρτάνει ἢ πράττει τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Τέτοια μάτια, μόνον ὁ Κύριος διαθέτει καὶ διὰ τοῦτο ὡς «πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν», δύναται νὰ γνωρίζῃ τὰ πάντα˙ καὶ τὰ ἐξωτερικὰ καὶ τὰ ἐσωτερικά˙ καὶ ἐκεῖνα ποὺ φαίνονται ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα ποὺ δὲν ἔχουν ὑλικὴν ὀντότητα. Καὶ ἐκεῖνα τὰ εὐάρεστα καὶ τέλεια ἀπέναντι στὸν Θεόν, τὰ ὁποῖα διαλογίζεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ τὰ βλάσφημα καὶ ὑβριστικὰ καὶ παράνομα πρὸς τὸν Θεῖον νόμον τὰ ὁποῖα πολλάκις μολύνουν τὴν ψυχὴν τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Αὐτὴν τὴν ὅρασιν διαθέτει ὁ «ἐκ γενετῆς τυφλός» καὶ διὰ τοῦτο ἔχει ἀπόλυτον συνείδησιν τοῦ τί ἀκριβῶς τοῦ ἔχει συμβεῖ. Ὅσον καὶ ἂν οἱ Φαρισαῖοι προσπαθοῦν νὰ τὸν ἀποπροσανατολίσουν ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως νὰ τὸν ἀπειλήσουν, αὐτὸς ἔχει ἰδεῖ μὲ τὰ «μάτια τῆς ψυχῆς» του, ποιὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ τοῦ δημιούργησε τὰ μάτια του. Σπεύδει καὶ τὸν ὑπερασπίζεται καὶ τὸν ὁμολογεῖ ὡς προφήτην, ἔστω καὶ ἂν οἱ δῆθεν νομοδιδάσκαλοι, ἐπιμένουν ὅτι «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν» (Ἰωάν. Θ΄ 24). Τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του λειτουργοῦν ἄπταιστα καὶ διὰ τοῦτο, ἀφ’ ἑνὸς μέν, ὁ Κύριος, ὡς εἴδομεν, τὸν διεβεβαίωσεν ὡς Θεός, ὅτι «ἑώρακας αὐτὸν», ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ἀναγνωρίζει καὶ ὁ ἴδιος τὸν Κύριον καὶ πίπτει καὶ τὸν προσκυνεῖ.
Εἴθε, αὐτὴν τὴν ὅρασιν νὰ ἔχωμεν, ἀγαπητοί μου, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ βλέπωμεν τὸν Κύριον καὶ τὰς Θείας ἐνεργείας Του, ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι … ἵνα ζήσωμεν μετ’ Αὐτοῦ εἰς τὴν Ζωὴν τὴν Αἰώνιον!
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ
Ἀρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ἱεροκῆρυξ Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πατρῶν
No responses yet