Καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ: Ἰορδάνης!
«Ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου, Κύριε, ὁ Θεὸς τῆς ἀληθείας, καὶ τοῦ μονογενοῦς σου Υἱοῦ, καὶ τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος, ἐπιτίθημι τὴν χεῖρά μου ἐπὶ τὸν δοῦλον σου…». Ὁ ἱερέας εἶχε ἀκουμπήσει τὸ χέρι του στὸ βρέφος ποὺ κρατοῦσε στὴν ἀγκαλιά της ἡ γερόντισσα Σοφία, στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας στὴν Κλεισούρα. Δὲν ἦταν τὸ μοναδικὸ μωρὸ ποὺ βάπτιζε. Σχεδὸν ὅλες τὶς Σοφίες ποὺ εἶχε ἡ Κλεισούρα, τὶς εἶχε βαφτισιμιές. Καὶ ἦταν ὅλες τους ταμένες. Δὲν ἦταν οὔτε μία οὔτε δύο οὔτε πέντε οἱ ἄτεκνες κοπέλες ποὺ ἔταξαν στὴν Παναγία πώς, ἂν τοὺς χαρίσει παιδάκι, θὰ γινόταν ἡ βάπτιση στὸ μοναστήρι της, μὲ νονὰ τὴ θεια-Σοφία.
Τώρα ἡ μάνα τοῦ παιδιοῦ ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια της ἡ Γερόντισσα, ἀπέκτησε ἀγόρι. Ὕστερα ἀπὸ ὀκτὼ χρόνια γάμου! Κέρασε ὅλο τὸ καφενεῖο ὁ ἄντρας της, σὰν τὸν ἐβεβαίωσε ἡ μαμὴ πὼς ἡ γυναίκα του βαστᾶ στὰ σπλάχνα της τὸ παιδί τους! Ὅταν πιὰ γέννησε ἀγόρι, ἔ, τότε ἦταν ποὺ τὰ γλέντια σταματημὸ δὲν εἶχαν. Τώρα στέκονταν ὅλοι καὶ κοιτοῦσαν μιὰ τὸν παπὰ καὶ μιὰ τὴ θεια-Σοφία γιὰ νὰ μάθουν τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ. Ἡ Γερόντισσα κοίταξε μὲ περισσὴ στοργὴ τὸ βρέφος κι ὕστερα, ἐνῶ ὅλοι εἶχαν σωπάσει καὶ περίμεναν, ἀποκρίθηκε στὸν ἱερέα: Ἰορδάνη.
«Ἰορδάνη» ἐπαναλαμβάνει ἐκεῖνος καὶ συνεχίζει: «…τὸν καταξιωθέντα καταφυγεῖν ἐπὶ τὸ ἅγιον ὄνομά σου, καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῶν πτερύγων σου διαφυλαχθῆναι».
Στὸ ἄκουσμα τοῦ ὀνόματος ἕνας ψίθυρος ἀκούστηκε, μὰ δὲν ἦταν πρέπον ἐκείνη τὴν ἱερὴ ὥρα τοῦ Μυστηρίου νὰ κάνουν σχόλια καὶ κουβέντες. «Ἰορδάνης;» εἶπε μὲ ἔκπληξη ἡ μάνα σὰν πῆρε τὰ «συγχαρίκια» ἀπὸ δύο γειτονόπουλα –ἔτσι ἦταν τὸ ἔθιμο, ἡ μάνα νὰ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ νὰ φιλεύει ὅποιο παιδὶ τῆς πρόφταινε τὸ νέο. «Μά, δὲν ὑπάρχει στὰ μέρη μας τοῦτο τὸ ὄνομα!» μουρμούρισε.
«Ἰορδάνη λέγανε τὸν συγχωρεμένο τὸν ἄντρα τῆς θεια-Σοφίας» τῆς ἐξήγησε ἀργότερα ὁ ἄντρας της ποὺ τά ’χε μάθει ἀπὸ ἕναν συγχωριανό τους, τὸν γερο-Νεκτάριο. «Ἦταν ἑπτὰ χρόνια παντρεμένοι, εἶχαν ἀποκτήσει κι ἕνα ἀγοράκι. Σὰν ξέσπασε ὁ “Μεγάλος Πόλεμος” [σημείωση 68: Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος] πῆραν τὸν Ἰορδάνη στὸν στρατό. Τὸν πῆγαν στὴν Ὄρτυού, ἀλλὰ ἐκεῖ χάθηκαν τὰ ἴχνη του. Ἕναν χρόνο μετὰ χάθηκε καὶ ὁ πατέρας της στὰ βάθη τῆς Ἀνατολῆς. Τότε ἡ Σοφία ἄφησε τὸ χωριό της καὶ πῆγε νὰ ἀσκητέψει».
«Καὶ τὸ μωρό; Ποῦ τό ’ἄφησε τὸ μωρό;» τὸν ἔκοψε ἡ γυναίκα του.
«Τὸ μωρό…» εἶπε ἐκεῖνος καὶ κόμπιασε. «Ἦταν Ἰούλης, λέει, δύο χρόνια προτοῦ ξεσπάσει ὁ “Μεγάλος Πόλεμος”. Βγῆκαν ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, στὰ χωράφια μὲ τὰ δρεπάνια στὰ χέρια νὰ μαζέψουν τὸ στάρι. Στὸ Σαρή παπά, τὸ χωριό τους, εἶχαν μείνει μόνο τὰ μωρὰ καὶ οἱ γερόντοι. Τὸ ἀγόρι τῆς Σοφίας ἔμεινε στὸ σπίτι, μαζὶ μὲ τὴ μάνα τοῦ Ἰορδάνη. Σὰν γύρισε τὸ λιόγερμα, βρῆκε τὴν πεθερὰ νὰ μοιρολογᾶ καὶ νὰ χτυπιέται. Τὸ παιδάκι της, τὸ μονάκριβο ἀγόρι της ἦταν νεκρό. Κάτι γουρούνια πεινασμένα τό εἶχαν βρεῖ μονάχο του καὶ τοῦ ἐπιτέθηκαν. Ὅταν λοιπὸν ἡ Σοφία ἔχασε –ἐκτὸς ἀπὸ τὸ παιδί της– καὶ τὸν ἄντρα της, πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ ἀσκητέψει. Κανεὶς δὲν ἤξερε ποῦ εἶχε πάει. Τὴν εἶδαν μόνο μετὰ ἀπὸ πολὺ καιρό, σὰν ἦρθε μόνη της στὸ χωριὸ γιὰ νὰ τοὺς μηνύσει νὰ φύγουν, γιατὶ ἐρχονταν οἱ τσέτες. Ἦταν ὁ πρῶτος διωγμός. Στὸν δεύτερο διωγμὸ ἔφυγε κι ἐκείνη μ’ ἕνα παπόρι γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. Σὰν φτάσανε, ἀντάμωσε μὲ τοὺς δικούς της πού ’χαν ἔρθει μὲ ἄλλο καράβι.
»Μά, δὲν τέλειωσαν ἐκεῖ τὰ πάθια τους. Ὁ ἀδελφός της ὁ Κωνσταντίνος δὲν πρόκαμε νὰ πατήσει τὸ πόδι του στὴν Ἑλλάδα. Ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὸ καράβι, μεσοπέλαγα. Ὁ καπετάνιος βρέθηκε σὲ μεγάλο δίλημμα μὲ τὸ νεκρὸ σῶμα. Εἶχαν μέρες γιὰ νὰ φτάσουν στὴ Θεσσαλονίκη ἀκόμα. Ταξίδευαν πιὰ ἐξαθλιωμένοι πρόσφυγες μαζὶ μ’ ἕνα ἄψυχο κουφάρι. Ἔπρεπε κάτι νὰ γίνει. Ὄχι, ὅμως, νὰ τὸν ρίξουν στὴ θάλασσα, νὰ γίνει τροφὴ στὰ ψάρια, ὅπως συνήθως γινόταν τότε μὲ τοὺς ναυτικούς ποὺ πέθαιναν στὰ μισὰ τοῦ ταξιδιοῦ σὲ μεγάλα ταξίδια. Τότε ἀναγκάστηκε νὰ πάρει τὴν ἀπόφαση –τί φρικτό!– νὰ κάψουν τὸ κουφάρι στοὺς φούρνους τοῦ καραβιοῦ. Δὲν θὰ μποροῦσαν οὔτε νὰ τιμήσουν οὔτε νὰ κλάψουν τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ ἀδικοχαμένου… Ἡ γυναίκα του ἡ Συμέλα μάταια ζητοῦσε νὰ μάθει ἀπὸ τοὺς ναῦτες τί ἀπέγινε ὁ καλός της. Σὰν ἐπέμενε πολύ, τῆς εἶπαν πὼς τὸν ἔκαψαν γιὰ νὰ μὴν ἀρρωστήσουν ὅλοι στὸ καράβι. Ἡ Συμέλα σὰν τὸ ἄκουσε μήτε φώναξε μήτε ἔβγαλε στριγγλιές. Μόνο σύρθηκε ἄκρη ἄκρη κι ἔκατσε σὲ μιὰ γωνιὰ ἀμίλητη, μὲ βλέμμα χαμένο. Ἀπὸ κείνη τὴν ὥρα δὲν ξανάπε σωστὴ κουβέντα. Ὅλο ἀσυνάρτητα πράγματα μουρμούραγε σὰν τῆς μιλοῦσαν. Μαζὶ μὲ τὸν Κωνσταντὴ εἴχανε χαθεῖ καὶ τὰ λογικά της. Γιὰ πάντα…»
Ἡ γυναίκα σώπασε καὶ δύο δάκρυα αὐλάκωσαν τὸ πρόσωπό της. «Πῶς ἄντεξες θεια-Σοφία;» τῆς εἶπε σὰν ἀνέβηκε ξανὰ στὸ μοναστήρι; Ἡ Γερόντισσα κατέβασε τὸ κεφάλι. Ὕστερα σταυροκοπήθηκε. «Παναΐα μ’» εἶπε. «Ὁ Θεὸς νὰ ἐλεᾶ μας. Εἶμαι πολλὰ ἁμαρτωλή! Εἶμαι πολλὰ ἁμαρτωλή!»
Ἁγία Σοφία τῆς Κλεισούρας
Ἡ ἁγία Σοφία –Σοφία Χοτοκουρίδου, τὸ γένος Σαουλίδου– γεννήθηκε στὸ χωριὸ Σαρή-παπὰ τῆς Τραπεζούντας τοῦ Πόντου τὸ 1883. Ὅταν χάθηκαν τὰ ἴχνη τοῦ συζύγου της Ἰορδάνη στὰ «Τάγματα Ἐργασίας», καὶ ἀφοῦ εἶχαν χάσει μὲ τραγικὸ τρόπο τὸ μικρό τους παιδί, κατέφυγε στὰ βουνά, ζώντας ὡς ἀσκήτρια. Ἡ μοναδικὴ φορὰ ποὺ ἐπέστρεψε στὸ χωριό της ἦταν ὅταν, μὲ ἀποκάλυψη τοῦ ἁγίου Γεωργίου, προειδοποίησε τοὺς συγχωριανούς της ὅτι ἔρχονται οἱ τσέτες.
Μὲ τὸν ξεριζωμὸ ἀπὸ τὸν Πόντο βρέθηκε στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀργότερα, μὲ ὑπόδειξη τῆς Παναγίας, ἐγκαταστάθηκε γιὰ περίπου πενῆντα χρόνια στὴν Ἱερὰ Μονὴ Γενεθλίου τῆς Θεοτόκου στὴν Κλεισούρα τῆς Καστοριᾶς, ζώντας μὲ μεγάλες στερήσεις, ἀσκητικοὺς ἀγῶνες καὶ σημεῖα διὰ Χριστὸν σαλότητας. Κατὰ τὴν περίοδο τῆς Κατοχῆς μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἔσωσε τὴ Μονὴ ἀπὸ βέβαιη πυρπόληση ἐκ μέρους τῶν Γερμανῶν.
Ὅσο σκληρὴ ἦταν στὸν ἑαυτό της, τόσο γλυκιά, ὑπομονετικὴ καὶ πονετικὴ ἦταν στοὺς συνανθρώπους της. Πλήθη ἀνθρώπων πήγαιναν στὸ μοναστήρι γιὰ νὰ τὴ συμβουλευτοῦν. Εἶχε μεγάλη ἀγάπη καὶ γιὰ τὰ ζῶα καὶ ἰδιαίτερη οἰκειότητα μὲ τὰ ἄγρια θηρία.
Ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ στὶς 6 Μαΐου 1974.
No responses yet