Η ἀσπιρίνη τῆς συγγνώμης
«Μά, τί εἴμαστε; Τουριστικό ἀξιοθέατο;» Ἡ ἁγία Γαβριηλία —πού ἦταν ἀρχόντισσα στό μοναστήρι— στεκόταν στήν πύλη καί κοιτοῦσε μιά τόν νεαρό φαντάρο καί μιά τόν τοῖχο πίσω της. Δέν μποροῦσε νά καταλάβει τόν λόγο πού ἔκανε τόν φαντάρο νά τραβᾶ συνεχῶς φωτογραφίες τοῦ μοναστηριοῦ. Τόν κοίταξε αὐστηρά, μά τό βλέμμα του δέν συνάντησε τό δικό της. Συνέχισε νά φωτογραφίζει. Δέν κατάλαβε τήν παρουσία της;
«Σᾶς παρακαλῶ νά σταματήσετε!» τοῦ εἶπε ἐπιτακτικά, μέ ἀρκετή δόση θυμοῦ. Ἐκεῖνος δέν μίλησε. Καί τότε, ἕνας πολύ δυνατός πόνος στό κεφάλι τήν ἔκανε νά στηριχτεῖ στόν τοῖχο πίσω της καί νά κλείσει πρός στιγμήν τά μάτια. Ὁ πονοκέφαλος ἦταν τόσο ἰσχυρός πού τήν εἶχε καθηλώσει καί δέν τήν ἄφηνε νά κάνει οὔτε ἕνα βῆμα.
Μά, δέν ἐξηγεῖται ἀλλιῶς! Εἶναι ἕνα γερό μάθημα γιά μένα! Γιά νά μή θυμώνω καί νά μή μιλῶ ἀπότομα! σκέφτηκε καί χωρίς νά χάσει καιρό, πλησίασε τόν νεαρό.
«Παιδάκι μου, σχώρα με! Δέν ξέρω τί ἔπαθα. Μπορεῖς νά φωτογραφίσεις ὅ,τι θέλεις» τοῦ εἶπε. Κι ἐνῶ γύριζε πρός τήν πύλη, ξαφνικά ὁ πονοκέφαλος ὑποχώρησε, ὑποχώρησε κι ἄλλο, μέχρι πού σταμάτησε! Λές κι εἶχε πάρει ἀσπιρίνη ὑπερταχείας δράσης.
Ἁγία Γαβριηλία ἡ ἱεραπόστολος
Ἡ ἁγία Γαβριηλία —κατὰ κόσμον Αὐρηλία Παπαγιάννη— γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη τὸ 1897. Μετὰ τὴ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ καὶ τὴν ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν μεταξὺ Ἑλλάδας καὶ Τουρκίας, ἡ οἰκογένειά της ἐγκαταστάθηκε στὴ Θεσσαλονίκη. Ἐκεῖ ἡ Ἁγία ξεκίνησε νὰ φοιτᾶ στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολή, ἀλλὰ δὲν ὁλοκλήρωσε τὶς σπουδές της. Στὴ συνέχεια ἐργάστηκε ὡς νοσηλεύτρια στὴν Ἀθήνα. Ἐκπαιδεύτηκε στὴν Ἀγγλία ὡς φυσικοθεραπεύτρια καὶ ποδολόγος. Ὅταν ἄνοιξε δικό της κέντρο κινησιοθεραπείας στὴν Ἀθήνα, τὴν ὥρα ποὺ προσέφερε τὶς ὑπηρεσίες της στοὺς ἀσθενεῖς, προσευχόταν καὶ ὕστερα ἄκουγε τὰ προβλήματά τους. Ὅσα χρήματα κέρδιζε, τὰ ἔδινε σὲ φτωχούς.
Μετὰ τὸν θάνατο τῆς μητέρας της ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸν Θεὸ καὶ στὸν πάσχοντα συνάνθρωπο. Μοίρασε ὅλη τὴν περιουσία της σὲ ἀναγκεμένους, καὶ χωρὶς καθόλου πόρους καὶ συγκεκριμένο σχέδιο, ἄφησε νὰ τὴν ὁδηγήσει ὁ Θεός. Μετέβη στὴν Ἰνδία, στὴν Αὐστρία, στὴν Ἰταλία, στὸ Ἰσραήλ, στὴν Κύπρο, στὸ Λίβανο καὶ στὸ Ἰράν.
Σὲ ἡλικία ἑξήντα δύο ἐτῶν πῆγε ὡς δόκιμη μοναχὴ στὴ Μονὴ τῶν Ἁγίων Μάρθας καὶ Μαρίας στὴ Βηθανία καὶ ἀργότερα ἔλαβε τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἀμφιλόχιο στὴν Πάτμο. Ὁ ἅγιος Ἀμφιλόχιος μιλώντας γιὰ ἐκείνην εἶπε: «Χρόνια προσευχόμουν νὰ βρῶ μοναχὲς ὅπως ἐσεῖς, ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ γίνουν ἱεραπόστολοι».
Ταξίδεψε ἐπίσης στὴ Δανία, στὴ Σουηδία, στὴ Γερμανία, στὴν Ἑλβετία, στὴν Αὐστρία, στὴν Ἰνδία καὶ στὴν Ἀφρική, διακονώντας τοὺς ἀνθρώπους καὶ κηρύττοντας τὸν Χριστό. Ἐπανερχόμενη στὴν Ἀθήνα, ἐγκαταστάθηκε στὸ Ἡσυχαστήριο Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸν Κουβαρὰ Ἀττικῆς καὶ ἀργότερα σὲ ἕνα διαμέρισμα στὰ Πατήσια, τὸ ὁποῖο ἔγινε πόλος ἕλξης ἑκατοντάδων ψυχῶν. Ὕστερα ἀπὸ μία σύντομη παραμονὴ στὴν Αἴγινα, ἐγκαταστάθηκε στὸ ἐρημητήριο τῶν Ἀρχαγγέλων στὴ Λέρο, ὅπου παρέδωσε τὴν ψυχή της στὸν Κύριο στὶς 28 Μαρτίου 1991.
(Από το βιβλίο: ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΓΙΩΝ, εκδόσεις ΕΑΡ.)
No responses yet