«Ήταν νύχτα ακόμη και απελάμβανα την επικοινωνία με τον Ιησού μου.
Δεν είχε αρχίσει η τρίτη της ημέρας.
Τότε σκέφτηκα:
“Όλα σιωπούν, όλα ησυχάζουν”.
Μα ένα ρίγος διέτρεξε ξαφνικά το σώμα μου. Κατάλαβα ότι είχα κάνει λάθος.
Μου φάνηκε μέσα στην ησυχία ότι χίλιες χιλιάδες φωνές ακούστηκαν.
Πάλι σκέφτηκα:
πόσοι ταραγμένοι στα κρεβάτια του πόνου, μέσα στα σπίτια
ή στα νοσοκομεία,
τώρα που εγώ νόμιζα ότι όλα ηρεμούν,
δεν μπορούν να κλείσουν μάτι.
Ποιοι ενδιαφέρονται γι’ αυτούς;
Ποιοι αύριο θα πάνε να τους πουν,
με τη γλώσσα που εννοούν οι άρρωστοι,
ότι κάποιος τους αγαπάει και κάτι προσμένει από αυτούς;
Πόσοι γονείς τη στιγμή αυτή εφιαλτικά αγρυπνούν,
γιατί σε λίγες ώρες στόματα παιδιών πεινασμένα θα ανοίξουν, για να συνεχίσουν να παραμένουν πεινασμένα; Ποιοι προσεύχονται γι’ αυτούς;
Πόσα εκατομμύρια ανθρώπων τούτη τη νύχτα σαν νεκροί κοιμούνται,
αλλά και σαν νεκροί, μόλις χαράξει,
θα σηκωθούν, αφού κανείς ακόμη δεν τους το είπε ότι κάποιος,
για χάρη τους,
σε έναν Σταυρό ανέβη, για να γίνουν αυτοί τέκνα Αναστάσεως.
Ποιοι θα τους μεταφέρουν το μήνυμα αυτό της χαράς,
που ίσως δεν το περιμένουν,
αλλά τόσο το χρειάζονται;
Τέλος, πόσοι νέοι, νυχτωμένοι τώρα που εγώ δεν ακούω τίποτε, τρεκλίζουν μέσα στα πολύφωτα σαλόνια; Ποιοι θα τους δείξουν ότι δεν είναι εκεί αυτό που ζητούν;
Όλα φαίνεται ότι σιωπούν,
κι όμως όλα φωνάζουν.
Κραυγές πλέον ακούνε τα αυτιά μου
— της ψυχής μου τα αυτιά — αγωνίας, προσμονής, αναζητήσεως φωνές ηχούν.
Τις ακούω.
Παρ’ ολίγον να τις λησμονούσα,
φτωχιά καρδιά που είμαι.
Το πιστεύω ότι και όταν δείχνουν πως με διώχνουν αυτοί οι άνθρωποι,
στην πραγματικότητα με καλούν.
Κι εγώ, απεσταλμένος εκείνου του Πατρός μου, και όταν αγρυπνώ καθεύδω.
Για μένα είχε πει: “Ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν”.»
Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
Στα 40 βαρετά”Κύριε Ελέησον” των ακολουθιών, ας σκεφτούμε ότι γινόμαστε το στόμα των άρρωστων που δεν μπορούν να ψελλισουν τίποτα πλέον..
+Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης
No responses yet